Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προσωπικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προσωπικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 2 Αυγούστου 2010

Το πρώτο ραντεβού


Πάντα μού προκαλούσε εκνευρισμό το πρώτο ραντεβού. Καθόμουν όλη τη μέρα και προσπαθούσα να σκεφτώ τι να φορέσω, πώς να συμπεριφερθώ και, κυρίως, χρειαζόμουν να κάνω έναν ολόκληρο προγραμματισμό για τη διαδρομή και το πόση ώρα χρειάζομαι έτσι ώστε να φτάσω εγκαίρως και να μην κάνω κακή εντύπωση, μια και η αρχή είναι, υποτίθεται, το ήμισυ του παντός. Βέβαια, όσον αφορά αυτό το τελευταίο, δηλαδή την έγκαιρη άφιξη στον τόπο του εγκλήματος, δε μπορώ να πω ότι υπήρξε ένας στόχος που επετεύχθη στο ακέραιο στην πλειονότητα των περιπτώσεων. Η σχέση μου με το χρόνο είναι μάλλον κακή και, όσο και να το προσπαθούσα, συνήθως έφτανα καθυστερημένος τουλάχιστον πέντε με δέκα λεπτά. Δεν ξέρω αν η ανεκτικότητα που επιδείκνυαν οι άλλοι απέναντί μου όσον αφορά αυτή την παράβαση οφειλόταν στην γενική παραδοχή ότι οι Έλληνες σα λαός είμαστε γενικά ασυνεπείς, άρα αυτό επεκτεινόταν και στην περίπτωσή μου, είτε ότι αυτός που περίμεναν, δηλαδή η αφεντιά μου, ήταν κάτι τόσο σημαντικό, που δεν είχε σημασία ο χρόνος που περίμεναν, με ό,τι αυτό συνεπαγόταν βέβαια για τον εγωισμό τους και την αυτοεκτίμησή τους. Αυτό πάντως που έχω να πω, είναι ότι κανείς ποτέ δεν έφυγε να με αφήσει σύξυλο λόγω στησίματος.

Τέλος πάντων, το πρώτο ραντεβού είναι πάντα αυτό που περισσότερο μου δημιουργεί προσμονή και εκνευρισμό. Τα παραδείγματα μου, που μετατρέπονται σε επιχειρήματα αν δεχτεί κανείς ότι η εμπειρία αποδεικνύει και το ποιόν του ανθρώπου, είναι συγκλονιστικά. Την πρώτη φορά που βγήκα με γκόμενο για παράδειγμα καταλήξαμε στην πλατεία Κολωνακίου, κάτω από τα δέντρα στις τέσσερις το πρωί με ένα φανερό εκνευρισμό για το ποιος θα κάνει πρώτος την κίνηση να φιλήσει τον άλλο. Στο τέλος κάναμε και οι δύο μια ξαφνική κίνηση να φιληθούμε και αυτό κατέληξε σε παρολίγον κάταγμα στη μύτη μετά από μια γερή κουτουλιά.

Μια άλλη φορά, κάποιος μου είχε δώσει το τηλέφωνό του σε ένα μπαρ. Φεύγοντας του είπα πως θα τον πάρω σίγουρα, πράγμα που, για όσους με γνωρίζουν, σημαίνει πως ο ουρανός να έρθει κάτω και η γη επάνω, εγώ θα πραγματοποιήσω την υπόσχεσή μου. Την επόμενη ημέρα, συνειδητοποίησα πως, το νούμερό του, που μου το είχε γράψει επάνω σε μια χαρτοπετσέτα και το είχα βάλει στην τσέπη μου, δεν ήταν εκεί. Όσο και να έψαξα όλα μου τα ρούχα που φορούσα την προηγουμένη, χαρτοπετσέτα με νούμερο γιοκ. Αλλά βέβαια σιγά να μη με πτοούσε αυτό. Κατέστρωσα λοιπόν ένα ολόκληρο σχέδιο. Να πάω στη δουλειά του και να τον βρω, με τη δικαιολογία ότι περνούσα τυχαία εντελώς απ' έξω. Έτσι και έκανα, και αφού με θράσσος μπήκα μέσα και τον ζήτησα, τον είδα να βγαίνει από μια πόρτα. Μετά την αρχική έκπληξή του, μού έδωσε ξανά το τηλέφωνό του και του έδωσα κι εγώ το δικό μου, έτσι για να είμαστε σίγουροι. Μερικές ώρες αργότερα χτύπησε το τηλέφωνο του σπιτιού μου. Ήταν βέβαια η δική του σειρά να με διεκδικήσει. Η πρόταση ήταν να βρεθούμε για καφέ σε λίγη ώρα. Πού να ήξερε ο άνθρωπος τι τον περίμενε.
Πρώτα-πρώτα απάντησα με το άκρως ξενερωτικό "Έχω βάλει πλυντήριο και δεν μπορώ να βγώ" (!!!). Αυτή η απάντηση, όσο εξωφρενικό και ηλίθιο και αν ακούγεται, δεν ήταν τίποτα παραπάνω από την απόλυτη αλήθεια. Είχα λοιπόν βάλει πλυντήριο και στο μυαλό μου το είχα έτσι τοποθετημένο, ώστε η λειτουργία του πλυντηρίου απαγόρευε την δική μου απουσία από το σπίτι, τουλάχιστον για όση ώρα το πλυντήριο ήταν σε λειτουργία.
Τέλος πάντων αφού με έπεισε ότι δεν πειράζει και ότι το πλυντήριο θα δουλεύει ακόμα και αν εγώ δεν είμαι εκεί για να του κάνω παρέα και να το νταντεύω, καταλήξαμε σε ένα καφέ να συζητάμε περί ανέμων και υδάτων. Μου είχε φανεί ότι είχαν περάσει πέντε ώρες από τη στιγμή που πήγαμε,ξέχασα το πλυντήριο και τη λειτουργία του, και προφανώς περνούσα πολύ ωραία. Τότε χτύπησε το κινητό μου τηλέφωνο. Ήταν η διαχειρίστρια της πολυκατοικίας, η οποία ωρυόμενη με πληροφόρησε ότι έτρεχαν νερά από το διαμέρισμά μου και μάλιστα είχαν κατέβει τη σκάλα και μπήκαν στο διαμέρισμα της από κάτω! Έφυγα σαν κυνηγημένος, αφού βέβαια πρότεινα στο καινούργιο φλερτ να έρθει μαζί μου γιατί συνέβη κάτι έκτακτο. Δεν πρέπει να φάνηκε και πολύ πιστευτό αυτό γιατί παρά το ότι ήρθε μαζί μου, η όλη στάση του ήταν κάπως σαν να φάνηκε σκηνοθετημένο. Τέλος πάντων, αφού κάναμε μια διαδρομή που μου φάνηκε αιώνας αλλά ήταν μόνο 15 λεπτά και στην οποία εγώ ονειρευόμουνα ότι θα βρω το σπίτι μου με μια μεγάλη τρύπα στο ταβάνι και τα ρούχα να κρέμονται από τους τοίχους που θα είχαν κολλήσει μετά την εκτόξευσή τους από την υποτιθέμενη έκρηξη του πλυντηρίου, τελικά φτάσαμε. Τα νερά όντως είχαν βγει από το διαμέρισμα και πέρναγαν κάτω από την πόρτα και μετά από τη σκάλα κατέβηκαν στους κάτω ορόφους φτάνοντας μέχρι το ισόγειο. Ο λόγος ήταν ότι πάνω στην πρεμούρα μου να βγω και να συναντήσω το καινούργιο μου αμόρε, είχα ξεχάσει να βάλω τη σωλήνα στην αποχέτευση με τα γνωστά αποτελέσματα.
Εκείνο το βράδυ αφού μαζέψαμε και οι δύο μαζί τα νερά από το διαμέρισμά μου, μετά πήγαμε σινεμά και η σχέση μας που ξεκίνησε εκείνη τη μέρα, κράτησε περίπου ενάμισι χρόνο.

Πριν από λίγες μέρες υπήρξε ένα καινούργιο πρώτο ραντεβού στη ζωή μου, μετά από πολύ καιρό μοναξιάς και περισυλλογής. Αυτό το πρώτο ραντεβού τα είχε όλα. Πρώτα από όλα αργοπορία δική μου (ποτέ δε θα μάθω), αμηχανία, λαχάνιασμα και ένα πρώτο φιλί. Μα πάνω από όλα είχε ελπίδα και αισιοδοξία. Ευτυχώς κύλησε χωρίς απρόοπτα εναντίον της σωματικής ακεραιότητας κανενός από τους δυο μας. Και με άφησε με μια γλυκειά γεύση, τη γεύση από την αντανάκλαση του φωτός από τη λάμψη του προσώπου μου σε δυο ξένα μάτια

Δευτέρα 18 Μαΐου 2009

ATYS




Θα αναρωτιέστε πού χάθηκα ε; Λοιπόν τον τελευταίο καιρό δεν είχα και πολύ όρεξη να ασχοληθώ με το μπλογκ γιατί άλλα καλλιτεχνικής φύσεως γεγονότα με απασχολούσαν. Και αυτά είχαν να κάνουν με την συμμετοχή μου σε μια παράσταση όπερας. Πιο συγκεκριμένα η όπερα λέγεται ATYS και είναι του Γάλλου συνθέτη του 17ου αιώνα Jean-Baptiste Lully. Για τους σινεφίλ να αναφέρω ότι ο Lully αναφέρεται σε μια πολύ σημαντική και πολύ αγαπητή στην Ελλάδα Γαλλική ταινία, που έχει τίτλο "Όλα τα πρωινά του κόσμου" και την έχει σκηνοθετήσει ο Αλέν Κορνό. Το Lully στην ταινία παίζει ο Gerard Depardieu.

Ο συνθέτης αυτός είναι από τους μεγαλύτερους της εποχής του και από τους σημαντικότερους στη θεμελίωση της όπερας ως θεατρικού είδους. Είναι πραγματικά ένα πολύ ιδιαίτερο είδος μουσικής καθότι το κείμενο παίζει πολύ σημαντικό ρόλο και πρέπει ως εκ τούτου για να ανέβει να υπάρχει κάποιος ο οποίος να γνωρίζει το ρεπερτόριο και το συγκεκριμένο έργο και να μπορεί να το διδάξει σε αμύητους εκτελεστές, όπως για παράδειγμα είναι η αφεντιά μου. Μη γνωρίζοντας αυτό το μουσικό ιδίωμα του 17ου αιώνα, οφείλω να πω ότι αντιμετώπισα μεγάλες δυσκολίες στην εκμάθηση του ρόλου μου και χρειάστηκε να δουλέψω πάρα πολύ για να τα καταφέρω.

Στην προσπάθειά μου αυτή βρήκα αρωγό, όχι μόνο εγώ βέβαια αλλά και όλο το ensemble, έναν Έλληνα μουσικό, τσεμπαλίστα και μαέστρο, με πολύ μεγάλη πείρα αλλά και πολύ μεγάλη αγάπη και ταλέντο για αυτή τη μουσική. Το όνομά του είναι Ιάκωβος Παππάς και όλους αυτούς τους μήνες που διήρκεσε το ταξίδι μας στα βαθιά νερά της θάλασσας της Γαλλικής προκλασσικής μουσικής, στάθηκε δίπλα μας άτεγκτος κριτής και πολύτιμος δάσκαλος. Και να 'μαστε σήμερα εδώ, έτοιμοι να παρουσιάσουμε αυτό για το οποίο εργαστήκαμε όλο το χειμώνα. Θα γίνουν τρεις παραστάσεις 22, 23 και 24 Μαϊου. Εγώ θα τραγουδήσω στην τελευταία.

Ελπίζω να σας δω εκεί και να μιλήσουμε, μη φύγετε χωρίς να χαιρετηθούμε.

Για το τέλος μερικά αποσπάσματα από μερικά έργα του Lully.
Πρώτα ο πρόλογος από την όπερα "Cadmus Et Hermione"


Cadmus Et Hermione, Opéra De Jean-Baptiste Lully (prologue) - For more amazing video clips, click here

Έπειτα η σκηνή του ύπνου από την όπερα που ανεβάζουμε τον "Αττι"

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2009

Ένας χρόνος, χρόνια μου πολλά

Έκλεισε λοιπόν ένας χρόνος από τη δημιουργία αυτού εδώ του ιστολογίου. Ήταν πέρυσι στις 10 Μαρτίου που απηυδυσμένος από τις μέρες μοναξιάς εκεί πέρα στη Βιέννη μού ήρθε η φαεινή ιδέα αυτού εδώ του ιστολογίου.

Το όνομα η αλήθεια είναι ότι δεν το έψαξα πολύ, ήθελα απλά κάτι που να είναι εύηχο και να έχει σχέση με αρχαία Ελλάδα. Δεν ξέρω γιατί όλα αυτά, απλά έτσι μου ήρθε. Κι επειδή έχω ψυχαναλύσει τον εαυτό μου πολύ για άλλα πράγματα,ε, μη μου ζητάτε να το κάνω τώρα και γι αυτό.

Έτσι λοιπόν προέκυψε ο hnioxos. Μέσα σε αυτόν εδώ το χρόνο και μέσα από αυτό το ιστολόγιο έγιναν πολλά. Πρώτα από όλα είχα την ευκαιρία να δοκιμάσω τον εαυτό μου στο γράψιμο (το κανονικό γράψιμο ε, όχι το άλλο στα υποδήματα ή αλλού... πονηρούληδες! Εξάλλου σε αυτό το γράψιμο είμαι πρωταθλητής, ρωτήστε κι αυτούς που με ξέρουν να σας πούνε :) ).

Το γράψιμο δεν ήταν ποτέ από τις αγαπημένες μου ασχολίες, φαντάζομαι ότι ήμουν πολύ αυστηρός με τον εαυτό μου και δεν άντεχα να διαβάζω τα γραφτά μου. Μέχρι που από τη δημιουργία αυτού εδώ του ιστολογίου ανακάλυψα ότι είναι μια ασχολία που μου αρέσει.

Αυτό όμως που περισσότερο από οτιδήποτε άλλο μου έδωσε αυτό το ιστολόγιο είναι μια κοινότητα, έναν κύκλο ανθρώπων που με καταλαβαίνουν, συμφωνούν ή διαφωνούν μαζί μου και αλληλοϋποστηριζόμαστε. Με λίγα λόγια μου έδωσε επικοινωνία.

Έτσι λοιπόν είμαι πολύ χαρούμενος που αισίως έφτασα στον ένα χρόνο και ελπίζω να πάω πολύ ακόμα.

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2009

Πρώτο ποστ του 2009

Καλή χρονιά σε όλους!

Αυτή η Πρωτοχρονιά σίγουρα δεν ήταν σαν τις άλλες. Οι ταραχές πριν από την αλλαγή του χρόνου αλλά και μετά, τα σκουπίδια στο Χριστουγεννιάτικο δέντρο, η συγκέντρωση στο Σύνταγμα την ώρα της αλλαγής του χρόνου σίγουρα κάνουν μια πολύ μεγάλη διαφορά στην ατμόσφαιρα από τα προηγούμενα χρόνια και δίνουν και το μήνυμα ότι τίποτα δεν τελείωσε, είμαστε όλοι εδώ και παρακολουθούμε τα γεγονότα και αντιδράμε.

Έπειτα ήρθε το πολύ μεγάλο γεγονός της Ισραηλινής επίθεσης στη Γάζα, η παράλογη βία, οι νεκροί και οι τραυματίες. Από χθες το Ισραήλ επιχειρεί και με χερσαίες δυνάμεις μέσα στη Γάζα, σκοτώνοντας ότι βρει μπροστά του. Έχω διαβάσει πάρα πολλές αναλύσεις το τελευταίο διάστημα όσον αφορά το γιατί επελέγη τώρα η χρονική στιγμή για να γίνει η επίθεση, αλλά δε μπορεί να το χωρέσει το μυαλό μου ότι μπορεί κάποιος τόσο κυνικά να θυσιάσει ανθρώπινες ζωές τόσο μαζικά για την πολιτική του επιβίωση και μόνον. Και αναφέρομαι βέβαια στους Ισραηλινούς πολιτικούς, που είναι όλοι ίδιοι στη στάση τους απέναντι στους Παλαιστινίους.

Εμείς στην Ελλάδα έχουμε ζήσει μια Γερμανική Κατοχή. Οι σφαγές στο Δίστομο, στα Καλάβρυτα, στο Κομμένο Άρτας, στην Καισαριανή, είναι ακόμα χαραγμένες στη μνήμη μας σα λαού. Τα αντίποινα των Γερμανών, που για κάθε νεκρό Γερμανό στρατιώτη σκότωναν 10, 20, 50 ή 200 Έλληνες, χωρίς διάκριση αν ήταν συμμετέχοντες στην αντίσταση ή όχι, είναι αυτό που σήμερα κάνουν οι Ισραηλινοί, αυτοί που υπέφεραν ένα Ολοκαύτωμα, ενάντια στους άμαχους Παλαιστινίους.

Οι αντιδράσεις βέβαια είναι ποικίλες, από ειρηνικές διαδηλώσεις σε όλο τον κόσμο, ακόμα και μέσα στο Ισραήλ, μέχρι και βίαιες επιθέσεις, που αν ακόμα δεν έχουν γίνει, εν τούτοις ετοιμάζονται ανά τον κόσμο και θα εμφανιστούν σύντομα. Στην Ελλάδα είχαμε ήδη μερικές διαδηλώσεις, εχθές και σήμερα οι οποίες χτυπήθηκαν από την αστυνομία με το συνήθη προβοκατόρικο τρόπο με τον οποίο μας χτυπάει τελευταία.

Εγώ αυτή τη στιγμή βρίσκομαι εκτός Αθηνών και παρακολουθώ τα πράγματα όσο μπορώ από το διαδίκτυο. Εχθές, φεύγοντας από την Αθήνα το απόγευμα πέρασα από το σταθμό του Μεγάρου Μουσικής, όπου είδα αυτή εδώ τη διμοιρία των μπάτσων να πηγαίνουν προφανώς προς την Κατεχάκη για να δείρουν κόσμο. Φαίνεται πως η υπηρεσία τους δεν τους χορηγεί πούλμαν για να μεταφέρονται στις περιοχές όπου υπάρχει ψωμί και έτσι χρειάζεται να παίρνουν το μετρό.Όπως καταλαβαίνετε έπεσε και το σχετικό κράξιμο από τον κόσμο.



Τέλος πάντων αυτά για ένα πρώτο ποστ για το 2009. Οι ταραχές και το βίαιο ξύπνημα του Δεκεμβρίου του 2008 μετά τη δολοφονία του Αλέξη από τον Κορκονέα, με γέμισαν ελπίδα. Παρά τις οικονομικές δυσκολίες των καιρών κάτι πολύ όμορφο και καινούργιο γεννιέται. Κάτι που το περίμενα χρόνια να συμβεί και να που επιτέλους γίνεται! Και όσον αφορά εμένα προσωπικά, μάλλον περνάω σε καινούργιες και πιο δημιουργικές μέρες. Καιρός να ασχοληθώ πιο σοβαρά με τη δουλειά μου, ίσως σε συνδυασμό και με αυτό εδώ το μπλογκ. Νομίζω ότι το μπλόγκινγκ αλλά και η διαδικτυακή κοινότητα που έχει πια δημιουργηθεί μού είναι πολύ σημαντικά.

Υ.Γ. Και μια φωτογραφία από μια τράπεζα από την πόλη που βρίσκομαι. Έγιναν κι εδώ ταραχές, χεχε

Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2008

Ενσωμάτωση

Η αναζήτηση της τύχης σε έναν άλλο τόπο δεν είναι εύκολο πράγμα. Από την πρώτη φορά που βρέθηκα στο εξωτερικό για μία επίσκεψη σε φίλους το αισθάνθηκα. Ήταν στο Sunderland, κάπου στη Βόρεια Αγγλία κι εγώ, μικρούλης φοιτητής τότε, είχα πάει να δω τους φίλους μου που σπούδαζαν εκεί. Η ζωή τους ήταν βέβαια πολύ διαφορετική από εκείνη που εγώ σα φοιτητής ζούσα στην Ελλάδα. Αυτό που έκανε τη μεγάλη διαφορά ήταν η έλλειψη της επαφής με φίλους, η μεγαλύτερη ζωή μέσα στην κοινότητα.

Έπειτα αυτό το συναίσθημα και τον πόνο της απομόνωσης τον αισθάνθηκα πολύ αργότερα, αλλά η τύχη το έφερε έτσι ώστε να είναι πάλι στην Αγγλία πολλά χρόνια αργότερα. Είχα πάει για να σπουδάσω τραγούδι και έμεινα περίπου 3 χρόνια. Υπήρχαν φορές που αισθανόμουνα πολύ μικρός, ελάχιστος, σε μια τεράστια αγορά όπως ήταν το Λονδίνο. Έπειτα το τεράστιο πρόβλημα του κόστους της ζωής, που δεν μπορούσα καν να το φανταστώ πριν να βρεθώ εκεί. Όμως πραγματικά αυτό που περισσότερο με ενοχλούσε ήταν που όταν η ψυχολογία μου ήταν κακή, δεν υπήρχε κανείς να πω τον πόνο μου.

Η Αγγλία φάνταζε σα μια θάλασσα με αγριεμένα κύματα που εγώ ο ίδιος είχα βάλει τον εαυτό μου στη δοκιμασία να κολυμπήσει μέχρι την πιο κοντινή στεριά. Η αλήθεια είναι ότι δεν προσαρμόστηκα ποτέ. Οι φίλοι μου μού έλειπαν τόσο πολύ που περνούσα ώρες να τους μιλω στο τηλέφωνο στην Ελλάδα. Οι άνθρωποι εκεί μού φάνταζαν απόμακροι και η διαδικασία της σύναψης σχέσεων μαζί τους ήταν κάτι το πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατο.
Η παραμονή μου εκεί θα ήταν λοιπόν μόνο για όσο καιρό θα μού ήταν απαραίτητο για να ολοκληρώσω τις σπουδές μου.

Θυμάμαι κάποια στιγμή, ρώτησα κάποιον από τους δασκάλους μου στο τραγούδι, έναν Έλληνα τενόρο με διεθνή καριέρα και πολλά χρόνια παραμονής στη Γερμανία όπου δίδαξε και στο Πανεπιστήμιο Μουσικής σαν καθηγητής τραγουδιού, γιατί όλα αυτά τα χρόνια της παραμονής του στη Γερμανία δεν πήρε τη Γερμανική υπηκοότητα. Με κοίταξε στα μάτια οργισμένος και μου φώναξε: "Τι λες βρε; Εμείς είμαστε Έλληνες!". Ενώ λοιπόν το περιστατικό αυτό και η απάντηση του δακάλου μου μού φάνηκαν υπερβολικά και μονολιθικά, εν τούτοις ήρθαν ξανά στη μνήμη μου τον καιρό της παραμονής μου στο Λονδίνο. Δεν ήταν η μονόπλευρη διακήρυξη από μέρους μου της εθνικής μου ταυτότητας σε συνδυασμό με την απόρριψη των άλλων, αλλά η δυστυχία μου και η άρνηση της ενσωμάτωσής μου οφειλόταν στην πεισματική προσκόλλησή μου σε έναν τρόπο να βλέπω τη ζωή, που αρνιόμουν να αλλάξω. Αυτή ήταν η ΔΙΚΗ ΜΟΥ ταυτότητα. Και χρειάστηκε να πάω πολλά χιλιόμετρα μακριά από την πατρίδα μου για να μπορέσω να επιστρέψω σε αυτήν.

Η δική μου αντίδραση δεν είναι μοναδική. Από τους πολλούς Έλληνες που φεύγουν στο εξωτερικό κάθε χρόνο, πολλοί είναι αυτοί που δεν μπορούν να ενσωματωθούν στη χώρα που φτάνουν. Όμως υπάρχουν και πολλοί που τα καταφέρνουν. Δημιουργούν καινούργιες ρίζες και ευημερούν. Υπάρχουν πολλοί από τη δεύτερη κατηγορία στο Λονδίνο. Έλληνες κυρίως νέοι με πολύ καλές δουλειές αλλά και πολλοί Κύπριοι. Αυτοί οι τελευταίοι έφυγαν από την Κύπρο τα χρόνια της δεκαετίας του 1960-1970, πριν δηλαδή την εισβολή του Αττίλα, και εκμεταλλευόμενοι το γεγονός ότι η Κύπρος ήταν μέλος της Κοινοπολίτείας σαν πρώην αποικία, δημιούργησαν μια καινούργια ζωή και μια πολύ σφριγηλή κοινότητα.

Ένας τέτοιος ήταν ο Ανδρέας Λιβέρας. Κύπριος από φτωχή οικογένεια, μετανάστευσε στο Λονδίνο το 1963 κι έφτιαξε τη δική του αυτοκρατορία, μετατρεπόμενος από φτωχό μετανάστη σε εκατομμυριούχο επιχειρηματία. Ενσωματώθηκε δηλαδή πλήρως στην καινούργια χώρα. Τόσο πολύ που η γαμήλια τούρτα στο γάμο του Καρόλου και της Νταϊάνας ήταν φτιαγμένη από το ζαχαροπλαστείο του.

Το Βρετανικό διαβατήριο λοιπόν ήρθε σαν επιστέγασμα της πλήρους μετατροπής του σε εξέχον μέλος της τοπικής κοινωνίας. Αυτό το διαβατήριο όμως, τι ειρωνία, έμελλε να είναι και το εισιτήριο για το θάνατο του άτυχου επιχειρηματία από την Κύπρο.

Ο Ανδρέας Λιβέρας δολοφονήθηκε εν ψυχρώ στη Μουμπάι από τους ένοπλους μουτζαχεντίν που διεξήγαγαν τις τρομοκρατικές επιθέσεις. Του ζήτησαν το διαβατήριό του κι εκείνος τους έδειξε το βρετανικό που είχε μαζί του. Κι εκείνοι τον εκτέλεσαν.

Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2008

Επιστροφή

Ναι, είναι αλήθεια πως έχω καιρό να γράψω κάτι εδώ. Και πως όλοι εσείς, οι φανατικοί (σιγά, ξύπνησες...) αναγνώστες μου, νιώσατε πως σας πρόδωσα και σας εγκατέλειψα χωρίς να σας πω μια κουβέντα και να σας δώσω ένα λόγο. Κάτι σαν αυτόν που σε εκείνη την ελληνική ταινία έφυγε να πάει για τσιγάρα και δεν επέστρεψε ποτέ.

Η αλήθεια είναι ότι όλον αυτόν τον καιρό, περίπου μήνας είναι από την τελευταία φορά που ποστάρησα, δεν είχα καμμία όρεξη να ποστάρω τίποτα. Ο λόγος ήταν ότι έπρεπε να πάρω μια απόφαση σημαντική και, αφού την πήρα έπρεπε και να τη χωνέψω. Κάτι σαν ανασύνταξη δυνάμεων δηλαδή. Νομίζω ότι η ανασύνταξη είναι μια διαδικασία πολύ σημαντική που μας προχωράει παρακάτω. Ή τουλάχιστον έτσι λειτουργεί σε μένα.

Τέλος πάντων, να 'μαι λοιπόν. Ακμαιότατος και με καλή διάθεση. Δεν ξέρω αν θα διαρκέσει, η καλή διάθεση εννοώ, αλλά τώρα τουλάχιστον αισθάνομαι έτσι. Όσον αφορά δε την παρουσία μου εδώ, πάντοτε λειτουργούσα με βάση τη διάθεσή μου. Υπάρχουν φορές που δεν είχα καθόλου διάθεση να γράψω κάτι. Άλλες πάλι που δε σταμάταγα. Το σίγουρο είναι πως πάντοτε προσπαθώ να ακούω την εσωτερική μου φωνή. Κυρίως για κάτι που, όπως αυτό εδώ το μπλογκ, έγινε για να βρω μια διέξοδο επικοινωνίας με έναν πιο εσωτερικό εαυτό μου. Μια φωνή που, ξέρω ότι υπάρχει βαθειά μέσα μου και που, απλά, αναζητάει ένα βήμα για να ακουστεί. Ποιος θα την ακούσει; Μπορεί και κανείς, χεχε...

Όμως αυτά που γράφω, και μόνο που τα γράφω είναι μια πολύ μεγάλη ανακούφιση. Μόνο που θα τα δω δημοσιευμένα εδώ αμέσως μετά, με κάνουν και αισθάνομαι μία δικαίωση. Πολλές φορές, ή μάλλον όχι πολλές αλλά τις περισσότερες, ξεκινάω να γράψω για ένα θέμα που έχω στο νου μου και καταλήγω να γράφω για κάτι άλλο, καλή ώρα όπως σήμερα. Που ξεκίνησα να σας παρουσιάσω το βίντεο που θα δείτε στο τέλος, και αντί γι αυτό κατέληξα να μιλάω για κάτι εντελώς διαφορετικό. Αυτό είναι νομίζω και η ουσία αλλά και η γοητεία της γραφής. Ότι ξεκινώντας να γράφουμε κάτι, ξεφεύγουμε από το αρχικό σχέδιο και ακολουθώντας το υποσυνείδητό μας καταλήγουμε σε ατραπούς άγνωστες.

Όσον αφορά επίσης τα γραφτά μου, δε μπορούσα εύκολα να τα διαβάσω παλιότερα. Τα έβλεπα και θεωρούσα ότι είχαν τα μύρια όσα στραβά. Ότι ήταν άλλες φορές καταθλιπτικά, άλλες χαζοχαρούμενα και άλλες πάλι ανούσια. Παράξενο πράγμα, πάντως το ίδιο μού συμβαίνει και με τη φωνή μου. Όταν την ακούσω ηχογραφημένη βρίσκω τα μύρια όσα ελαττώματα, κυρίως όταν τραγουδάω. Μια μου φαίνεται κακόηχη, μια αδύναμη, μια φάλτσα. Και φανταστείτε ότι είμαι επαγγελματίας τραγουδιστής. Μάλιστα μόλις πρόσφατα μια φίλη μού είπε ότι έχω μια πολύ δυνατή φωνή και μου φάνηκε εξαιρετικά παράξενο.

Τέλος πάντων, αυτή λοιπόν η εσωτερική φωνή που θέλει να εκφραστεί, πολλές φορές δε θέλει να μιλήσει. Κι εγώ δε θέλω να την πιέσω να το κάνει, γιατί μόνο έτσι έχω εξασφαλισμένο ότι αυτή η φωνή θα είναι ειλικρινής.

Σήμερα λοιπόν, όπως σας έλεγα παραπάνω ξεκίνησα να σας παρουσιάσω ένα βιντεάκι που έχει πολύ πλάκα. Όσο για τον τραγουδιστή νομίζω ότι έχει πιο ωραίο κώλο από φωνή. Αυτό που λέμε: "Από φωνή κωλάρα!". Δίκιο δεν έχω;

Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2008

Τυφλότητα

Γνώρισα τον Ζοζέ Σαραμάγκου από μια φίλη πριν από κάτι παραπάνω από μια δεκαετία περίπου. Ήταν τα χρόνια αμέσως μετά το Πανεπιστήμιο και είχα αποκτήσει τη συνήθεια του διαβάσματος της λογοτεχνίας. Εκείνα τα χρόνια αφού είχα με μεγάλο πάθος διαβάσει τα έργα του Μάρκες αλλά και μερικών άλλων Λατινοαμερικάνων, όπως του Κορτάσαρ, του Μπόρχες και κάποια λίγα του Βάργκας Γιόσα, με μεγάλη περιέργεια πήρα ένα από τα πρώτα βιβλία του Πορτογάλου συγγραφέα που εκείνη ακριβώς την εποχή είχε μεταφραστεί στα Ελληνικά, το "Κατά Ιησούν Ευαγγέλιο" περιμένοντας ότι θα βρω κάτι αντίστοιχο με τα έργα των Λατινοαμερικάνων που ήξερα και κυρίως τη γραφή του μαγικού ρεαλισμού που τόσο με συνάρπαζε.

Ήταν πολύ μεγάλη η έκπληξή μου όταν ανακάλυψα ότι δεν είχε καμμία σχέση με αυτά.
Το συγκεκριμένο βιβλίο, που είχε κάνει μεγάλο σκάνδαλο στην Πορτογαλία και είχε γίνει η αιτία να καταφερθεί με σφοδρότητα εναντίον του Σαραμάγκου η καθολική εκκλησία,
είχε μια ειρωνεία που μου φαινόταν δυσνόητη και μάλιστα πολλές φορές βαρετή. Κατέβαλα μεγάλη προσπάθεια για να το τελειώσω και στο τέλος δε μπορώ να πω ότι ήμουνα και ενθουσιασμένος από αυτό που είχα διαβάσει.

Παρόλα αυτά πήρα και το επόμενο βιβλίο του όταν μεταφράστηκε στα ελληνικά.
Αυτό ήταν το "Περί τυφλότητος", ένα βιβλίο που θεωρώ ένα από τα μεγαλύτερα αριστουργήματα που έχω διαβάσει. Η ιστορία μιας κοινωνίας που αναίτια και απροειδοποίητα τυφλώνεται, αλλά κυρίως ο τρόπος που ο συγγραφέας σκληρός μπροστά στην ανθρώπινη βλακεία, αλλά και τρυφερός μπροστά στην αδυναμία, είχε προνοήσει για τα πάντα, αλλά και η ειρωνεία του για μια μισητή γραφειοκρατική κοινωνία χωρίς χώρο γι αυτούς που πηγαίνουν κόντρα στο ρεύμα, με άγγιξε πολύ.

Όπως ήταν φυσικό μετά από αυτό το βιβλίο διάβασα και όλα τα υπόλοιπα δικά του που έπεσαν στα χέρια μου. Μεγάλη μου αδυναμία το "Όλα τα ονόματα" αλλά και το "Ο άνθρωπος αντίγραφο". Ο Σαραμάγκου είναι ένας πολύ μεγάλος ποιητής της σύγχρονης εποχής και ένας άνθρωπος βαθιά ουμανιστής όπως είχα και την ευκαιρία να διαπιστώσω από κοντά το 2006 όταν επισκέφτηκε, νομίζω για πρώτη φορά, την Ελλάδα καλεσμένος από την οργανωτική επιτροπή της Πάτρας για την Πολιτιστική Πρωτεύουσα. Μάλιστα οι απαντήσεις του στη συνέντευξη τύπου προκάλεσαν την μήνη μιας δημοσιογράφου που ενοχλήθηκε από τα όσα είπε εναντίον της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σήμερα είχα την ευκαιρία να δω την ταινία που έγινε βασισμένη στο βιβλίο του "Περί τυφλότητος". Σκηνοθέτης της ένας Βραζιλιάνος ο Φερνάντο Μεϊρέλες, ένα όνομα που αποτελούσε εγγύηση σύμφωνα με τον ίδιο το Σαραμάγκου για την αποτελεσματικότητα του εγχειρήματος της μεταφοράς ενός τόσο δύσκολο να μεταφερθεί στο σινεμά βιβλίου.
Ο Μειρέλες έμεινε πιστός στο πνεύμα του δασκάλου, δημιουργώντας εικόνες που σοκάρουν αλλά και μεταφέροντας στο θεατή από την πρώτη στιγμή το άγχος των ανθρώπων που, ο ένας μετά τον άλλο, χάνουν την όρασή τους. Είναι αλήθεια ότι η ταινία στην πρώτη μισή ώρα μπορεί να είναι λίγο δύσκολο να την καταλάβεις. Όμως μετά σε συνεπαίρνει και έχει ένα από τα πιο όμορφα φινάλε που έχω δει τελευταία.

Είναι αλήθεια ότι πήγα να δω την ταινία προκατειλημμένος ότι δε θα μού αρέσει. Είχα διαβάσει πολλές κριτικές σε ελληνικές εφημερίδες που την έθαβαν. Είμαι σίγουρος ότι αυτοί οι άνθρωποι που θέλουν να λέγονται κριτικοί και είναι υπεύθυνοι να κατευθύνουν την κοινή γνώμη, δεν έχουν ιδέα από το έργο του Σαραμάγκου αλλά και από το συγκεκριμένο βιβλίο. Και αποτέλεσμα της άγνοιάς τους αυτής ήταν και τα απαξιωτικά λόγια με τα οποία υποδέχτηκαν την ταινία.

Ας είναι. Η ταινία αυτή είναι από τις πιο επιτυχημένες μεταφορές λογοτεχνικών έργων στον κινηματογράφο και είμαι ευτυχής που την είδα.
Υ.Γ.
Κάποτε ο Μαξ Ρέγκερ, ένας μεγάλος συνθέτης του Μεσοπολέμου από τη Γερμανία έστειλε το ακόλουθο γράμμα σε έναν κριτικό: "Κύριε ..., αυτή τη στιγμή βρίσκομαι στο πιο απομονωμένο δωμάτιο του σπιτιού μου και έχω μπροστά μου την κριτική που γράψατε για το έργο μου. Σε λίγο θα την έχω από πίσω μου..."

Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2008

Could you talk to quiet my fears?

Αυτές τις τελευταίες μέρες δεν είχα καθόλου διάθεση να γράψω εδώ .
Η απότομη αλλαγή του καιρού ανακίνησε μέσα μου πράγματα που με πονάνε και σκέψεις κακές και αποφάσισα να κλειστώ στο καβούκι μου για λίγο μπας και περάσει η μπόρα χωρίς να βραχώ.
Υπάρχουν μέρες που πραγματικά θυμώνω πολύ όπως με αυτό αλλά και γελάω χαιρέκακα με αυτό που συμβαίνει στην Wall Street, αλλά δεν αποφάσισα να γράψω κάτι εδώ παρά το ότι το σκέφτηκα πολλές φορές.

Και η αλήθεια είναι ότι όταν έχω αυτή τη διάθεση, δεν επικοινωνώ με κανέναν. Κάθομαι τα βράδια στο σπίτι και χαζεύω πάνω από το ίντερνετ. Όταν πια αποφασίζω να σηκωθώ έχει πάει πολύ αργά και πρέπει να πάω για ύπνο. Και έχει περάσει μία μέρα χωρίς να έχω κάνει τίποτα.

Αυτή λοιπόν η διάθεση, κατάθλιψη τη λένε μάλλον, έρχεται απρόσκλητη μία ωραία πρωία και σου χτυπάει την πόρτα. Και δεν είναι στο χέρι σου να της ανοίξεις ή όχι, το σίγουρο είναι πως αυτή θέλεις δε θέλεις θα περάσει μέσα και θα στρογκυλοκάτσει μέχρι που να αποφασίσει να φύγει όπως ήρθε. Ή να αποφασίσεις εσύ να κάνεις κάτι για να τη διώξεις, να πάει μακριά, στα όρη στ' άγρια βουνά,εκεί που δε λαλάει πετεινός...

Πάντως σαν καλή και ευγενική κοπέλα, κάθε φορά που είναι να έρθει, προειδοποιεί. Μερικές μέρες, ίσως και εβδομάδες πριν, οι κακές σκέψεις, που πάντα υπάρχουν, περνάνε από εκεί μπροστά, από τη σκηνή του θεάτρου και μένουν για λίγο, σαν ηθοποιοί που κάνουν μια πρόβα ενός δυσάρεστου έργου που πρόκειται να παιχτεί. Και είναι στο χέρι του καθενός να πιάσει αυτή την προειδοποίηση και να προετοιμαστεί.

Όταν είμαι θλιμμένος με διακατέχουν αισθήματα μοναξιάς, εγκατάλειψης και απαισιοδοξίας.
Κάθε χρόνο το φθινόπωρο, συνήθως αργότερα από ό,τι φέτος, δοκιμάζω αυτού του είδους τα συναισθήματα για κάποιο διάστημα. Και παρά το ότι ξέρω ότι θα εμφανιστούν, πάντα με πιάνουν απροετοίμαστο, καθότι φαίνεται είναι πολύ οδυνηρό το υπόλοιπο διάστημα να σκέφτομαι αυτά που με πονούν.

Αυτή τη στιγμή που γράφω αυτά δεν ξέρω αν είμαι μέσα στην κατάσταση ακόμα ή έχω βγει από αυτήν. Το σίγουρο είναι ότι τώρα το βράδυ είμαι καλύτερα και περιμένω ανθρώπους αύριο να με επισκεφτούν. Ανάμεσα σε αυτούς και το μικρό μου βαφτιστήρι.




Υ.Γ. Οι στίχοι του παραπάνω κομματιού

We all bear the scars.
Yes, we all feign a laugh
We all sigh in the dark;
get cut off before we start.

And as the first act begins,
you realize they're all waiting
for a fall, for a flaw,
for the end.

There's a path stained with tears.
Could you talk to quiet my fears?
Could you pull me aside,
just to acknowledge that I tried?

And as your last breath begins,
contently take it in,
because we all get it in
the end.

And as your last breath begins,
you find your demon's your best friend.
And we all get it in
the end.

Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2008

Σκοτάδια

Την εποχή που ζούσα στο Λονδίνο επισκεπτόμουν πολύ συχνά μια γκέι σάουνα. Ήταν κάπου στο Ανατολικό Λονδίνο, στη Liverpool street, η μεγαλύτερη σάουνα της πόλης. Είχε όνομα πολύ ξακουστό ανάμεσα στους γκέι. Δεν ξέρω αν αυτό ήταν γιατί πράγματι πίστευαν ότι η σάουνα άξιζε τα λεφτά της, 15 λίρες θυμάμαι ήταν τότε η είσοδος, ή γιατί απλώς ήταν η καλύτερη σάουνα στο Λονδίνο.

Εμένα πάντως από την πρώτη φορά που βρέθηκα εκεί μού φάνηκε ότι είχε πολλά αρνητικά. Πρώτα πρώτα ήταν αρκετά βρώμικη, αλλά αυτό δεν είναι και κανένα μεγάλο πράγμα στο Λονδίνο. Τα περισσότερα clubs είναι από αρκετά έως πολύ βρώμικα. Έπειτα, υπήρχαν σε κάθε γωνία ανακοινώσεις και ενημερωτικά φυλλάδια με κάθε λεπτομέρεια γι αυτά που πρέπει και αυτά που δεν πρέπει να κάνει κανείς για να παραμείνει καθαρός και υγιής, αλώβητος από τις διάφορες σεξουαλικά μεταδιδόμενες ασθένειες. Αυτές οι ανακοινώσεις και τα ενημερωτικά φυλλάδια ήταν τόσο αναλυτικά σε ανατριχιαστικές λεπτομέρειες, για παράδειγμα μην πλύνετε ποτέ τα δόντια σας πριν κάνετε σεξ και κυρίως αν σκοπεύετε να κάνετε πίπα (κι αν έχω φάει σουβλάκι με σκόρδο τι γίνεται; Αλλά τι λέω, πού να το βρεις το σουβλάκι με το σκόρδο στο Λονδίνο...), γιατί μπορεί να δημιουργήσετε κάποια αμυχή στα ούλα και αυτό να αυξήσει τις πιθανότητες να κολλήσετε κάτι (π.χ. αν είστε πίπων δεν ξέρετε ποτέ αν ο πιπόμενος είναι υγιής...).

Αυτές οι λεπτομέρειες εμένα μου γύριζαν τα άντερα και τις περισσότερες φορές μου έφευγε κάθε διάθεση να βγάλω τα μάτια μου, που ήταν και αυτό που διακαώς επιθυμούσα αρχικά. Έτσι έμενα να τριγυρίζω ώρες ολόκληρες στους διαδρόμους της σάουνας και να κοιτάζω τους ανθρώπους σαν UFO. Νομίζω ότι και αυτοί έτσι με κοίταζαν.

Θα μού πείτε γιατί συνέχιζα να πηγαίνω εκεί πέρα αφού με χάλαγε. Ο λόγος είναι απλός. Ήταν ένας εύκολος τρόπος να κάνεις σεξ, αν και το σεξ στο Λονδίνο ήταν το μόνο εύκολο να το βρει κανείς. Επειδή όμως εγώ δεν έπαιρνα ναρκωτικά και δεν ήμουν και ο τύπος του clubbing μια και δεν έπινα και δεν κάπνιζα (ας όψεται το γαμημένο το τραγούδι...), πήγαινα εκεί γιατί ήταν πιο πολύ στα μέτρα μου. Πέρασε πολύς καιρός όμως πριν κάνω κάτι με κάποιον εκεί. Για μεγάλο διάστημα πήγαινα και έφευγα άπρακτος.

Κάποια από τις φορές που πήγα λοιπόν γνώρισα τον... ας τον πούμε John. Η προσέγγιση ήταν καθαρά σεξουαλική αρχικά. Ήταν ένας άνδρας πολύ τρυφερός και μού έδωσε την αγκαλιά του απλόχερα χωρίς ενδοιασμούς. Περνούσα μεγάλες μοναξιές εκείνη την περίοδο και η ευγενική προσφορά έγινε αμέσως δεκτή. Βεβαίως την πρώτη φορά στη σάουνα κάναμε σεξ (δεν είχα πλύνει τα δόντια μου, ούτε είχα φάει σουβλάκι!). Αλλά το πράγμα δεν έμεινε εκεί. Ανταλλάξαμε τηλέφωνα και τηλεφωνηθήκαμε εκείνο το Σαββατοκύριακο για πρώτη φορά.

Τις αμέσως επόμενες μέρες με κάλεσε στο σπίτι του κάπου στα Docklands, σε μια καινούργια πολυκατοικία. Εκεί γνώρισα και την παρέα του, κάτι θεότρελλους τύπους, όλους γκέι, αλλά που αλληλοϋποστηρίζονταν και αλληλοστηρίζονταν σαν μια Ελληνική παρέα. Άνθρωποι που αγαπιούνταν βαθιά, που μοιράζονταν τη ζωή τους αλλά και που στην πρώτη ευκαιρία φαγώνονταν σαν τα κοκόρια. Έτσι δεν κάνουν οι φίλοι;

Μετά από μερικές μέρες ο John με κάλεσε να συναντηθούμε μετά από τη δουλειά του κάπου στο Soho. Δούλευε σε μια τράπεζα, έτσι συναντηθήκαμε το απογευματάκι. Προς μεγάλη μου έκπληξη, αφού νόμιζα ότι ήταν ερωτικό ραντεβού, έφερε μαζί του και ένα φίλο του. Όπως θα καταλάβαινα πολύ σύντομα το είχε προγραμματίσει έτσι για κάποιο λόγο.

Πήγαμε να φάμε μια πάστα. Η Pattisserie Valerie είναι ένα από τα καλύτερα ζαχαροπλαστεία και το κατάστημα του Soho από τα πιο γνωστά τους. Αφού λοιπόν φάγαμε την πάστα ο John μού το ξεφούρνισε. Ήταν οροθετικός.

Όταν το άκουσα ένιωσα να με λούζει κρύος ιδρώτας και να παθαίνω κρίση πανικού. Παρά το γεγονός ότι γνωρίζω και άλλους ανθρώπους οροθετικούς, για πρώτη και μοναδική φορά, διαπιστωμένα και με τη βούλα, εγώ είχα κάνει σεξ με οροθετικό (και καλά που δεν είχα πλύνει και τα δόντια μου!). Προσπάθησα να χαλαρώσω και να πάρω βαθιές ανάσες. Ο John με το φίλο του είδαν ότι δεν ήμουν καλά και προσπάθησαν να με ηρεμήσουν (να σε τι χρησίμευσε ο φίλος του!).

Και πράγματι τα κατάφεραν να με ηρεμήσουν. Αφού λοιπόν πήρα μερικές ανάσες τον ρώτησα ό,τι μού κατέβηκε στο κεφάλι. Πώς το έμαθε, πώς το πήρε, ποιοί το ξέρουν και ό,τι άλλο μπορούσα να φανταστώ. Αυτός μου απάντησε με Βρετανικό φλέγμα σε όλα, όμως ήταν έκδηλη η συγκίνησή του όταν μού περιέγραφε τις στιγμές που το έμαθε. Δεν ήξερε από ποιον το είχε κολλήσει και μού ζήτησε ένα μεγάλο συγγνώμη που δε μού το είχε πει νωρίτερα και μάλιστα πριν κάνουμε σεξ.

Για να πω την αλήθεια αν μου το είχε πει πριν το κάνουμε δεν ξέρω αν θα το είχαμε κάνει, καθότι ο φόβος μου για το AIDS δε θα με είχε αφήσει. Παρολαυτά όσο προχωρούσε η συζήτηση, τόσο περισσότερη τρυφερότητα ένιωθα για κείνον, όταν μάλιστα χωρίσαμε εκείνο το βράδυ για να πάει ο καθένας σπίτι του, αγκαλιαστήκαμε πολύ σφιχτά και μείναμε έτσι αρκετή ώρα.

Η σχέση μου με το John δεν προχώρησε παρακάτω ερωτικά. Δεν έφταιγα μόνο εγώ γι αυτό, νομίζω ήταν και δική του απόφαση. Το σίγουρο είναι ότι αυτή η εμπειρία μού άλλαξε τη ζωή. Ήρθα πρόσωπο με πρόσωπο με έναν από τους μεγαλύτερους φόβους μου, που είναι η αρρώστια και η ανημπόρια. Και τον υπέρτατο φόβο. Το φόβο του θανάτου.

Ο John με τη θετική του αντιμετώπιση στη ζωή και τον απλό τρόπο που μοιράστηκε την αρρώστια του σε μένα, τον άγνωστο, μού έδωσε ένα μάθημα ανθρωπιάς. Με έκανε να ντρέπομαι για την προηγούμενη συμπεριφορά μου απέναντι στους οροθετικούς, η οποία οφειλόταν στην άγνοια και στο φόβο.

Κάποιους μήνες μετά έκανα και ένα τεστ του οποίου τα αποτελέσματα πήγα να πάρω μαζί με ένα φίλο γιατρό. Το τεστ ήταν αρνητικό (είδατε άμα δεν πλένεις τα δόντια πριν το σεξ;).
Τον John συνέχισα να τον βλέπω όλο το διάστημα εκείνης της χρονιάς που ήταν η τελευταία που ήμουν στο Λονδίνο. Κάποιο καιρό μετά γνώρισε ένα παιδί από την Τουρκία με το οποίο είναι ακόμα μαζί, εδώ και τέσσερα χρόνια, σε αντίθεση με μένα που είμαι ακόμα μπάκουρος.
Ο John είναι ο άνθρωπος που με έχει αγκαλιάσει πιο σφιχτά και ζεστά από οποιονδήποτε, ίσως περισσότερο από όσο μπορώ να αντέξω.

Υ.Γ. Το ποστ αυτό το εμπνεύστηκα από αυτή την εξωφρενική είδηση... Η ομοφοβία, ταυτόχρονα με την εξάπλωση της λειτουργίας του Μεγάλου Αδελφού με τη βοήθεια της τεχνολογίας, μας ετοιμάζουν ένα μέλλον ζοφερό. Καιρός να αντισταθούμε...

Τρίτη 29 Απριλίου 2008

Πάσχα

Ολόκληρη τη Μεγάλη Βδομάδα παρακολουθούσα την επικαιρότητα στην Ελλάδα και απορούσα. Όλα τα δελτία ειδήσεων είχαν για πρώτο θέμα τις τιμές του οβελία, όταν στο εξωτερικό είχε βουήξει ο τόπος με την επισιτιστική κρίση.

Ποτέ δε συμπάθησα το έθιμο της Μεγάλης Βδομάδας. Όλο αυτό το ξαφνικό και υποχρεωτικό σταμάτημα της ροής της ζωής, έτσι καταναγκαστικά που γίνεται, που πρέπει ντε και καλά να νιώθεις λυπημένος και ξαφνικά την Κυριακή να έρχεται η κάθαρση και όλα να μετατρέπονται σε μια μεγάλη γιορτή, ήταν για μένα ένα μαρτύριο. Η τηλεόραση έπαιζε συνεχώς εκκλησιαστικούς ύμνους και το ραδιόφωνο θυμόταν την κλασσική μουσική. Όσο για την τελευταία, την εβδομάδα πριν το Πάσχα είχε τη τιμητική της.

Λέξεις όπως συμφωνία, πρελούδιο, φούγκα, ορατόριο και μουσική δωματίου ήταν οι μόνες φορές που ακούγονταν κατά τη διάρκεια της χρονιάς. Ή μάλλον όχι... υπήρχε ακόμα μια συγκυρία που παιζόταν η κλασσική μουσική από ραδιόφωνο και τηλεόραση. Και αυτή έπρεπε να είναι μια εξαιρετικά τραγική συγκυρία. Ο θάνατος ενός εθνικού ηγέτη ή κάποιο δυστύχημα.
Τέτοια περίπτωση για παράδειγμα ήταν το περίφημο ατύχημα στη Θύρα 7 στον αγώνα Ολυμπιακού-ΑΕΚ 6-0 το 1980. Μετά από το θλιβερό περιστατικό και το τηλεοπτικό διάγγελμα του Γ. Ράλλη που τότε ήταν πρωθυπουργός, η τηλεόραση άρχισε να παίζει ατέρμονα όλο το υπόλοιπο βράδυ κλασσική μουσική χωρίς λόγια, πράγμα που με εκνεύρισε.
Η απρόσκλητη εισβολή του θανάτου μέσα στο ίδιο μου το σπίτι, αλλά και η αδυναμία να ξεφύγεις από αυτό, καθότι τότε δεν υπήρχαν άλλα κανάλια, μου μαύρισε την ψυχή.

Έτσι, στην παιδική μου ηλικία και για πολλά χρόνια, ταύτισα την κλασσική μουσική με τις κηδείες. Φαντάζομαι και πολύς άλλος κόσμος εκτός από μένα.

Αυτός ήταν και ο σοβαρότερος λόγος που τη Μεγαλοβδομάδα περνούσα των Παθών μου τον τάραχο, ο θάνατος. Μια βδομάδα μέσα στο χρόνο που δε μπορούσες να συμπεριφερθείς χαρούμενα, γιατί ήταν προσβολή. Προσέβαλλες τα ιερά και τα όσια.

Ε, λοιπόν εγώ δεν ήθελα. Δεν ήθελα να σταματάει η ζωή. Ήθελα να συνεχίζεται. Ήθελα, κόντρα στις πεποιθήσεις των γονιών μου και σ' αυτό που μάθαινα πειθαναγκαστικά στο σχολείο πως είναι το σωστό, να συνεχίσω να ζω σα να μη συμβαίνει τίποτα. Να βγαίνω με τους φίλους μου βόλτα, να πηγαίνουμε για παγωτό στο IGLOO, για χάμπουργκερ στα Hambo.
Να μπορούμε να γελάσουμε και να φωνάξουμε σαν όλες τις υπόλοιπες μέρες χωρίς να αντιμετωπίσουμε την αποδοκιμασία των γύρω μας.

Κι έπειτα ερχόταν η Κυριακή του Πάσχα και αίφνης η κλασσική μουσική μετατρεπόταν σε λαϊκά άσματα. Πάνε τα ορατόρια και οι συμφωνίες, πάει ο Μπετόβεν και ο Μπαχ, σειρά είχαν ο Τσιτσάνης, ο Καζαντζίδης και η ξαφνική αλλαγή της διάθεσης από το λυπημένο στο καταχαρούμενο. Το ψήσιμο του οβελία, που με αηδίαζε με όλες αυτές τις έντονες μυρωδιές, αλλά και η υποκρισία των γύρω μου που υποτίθεται ότι σαν καλοί χριαστιανοί είχαν νηστέψει και είχαν εξαγνιστεί από τις αμαρτίες τους τη Σαρακοστή και τώρα ήταν έτοιμοι να φάνε το κρέας που τόσο είχαν στερηθεί.

Αυτά συνέβαιναν όταν ήμουν μικρός, κάθε Πάσχα. Κι ήταν ακόμα πιο εκνευριστική η αέναη επανάληψη μιας ήδη εκνευριστικής συνήθειας.

Μεγαλώνοντας και βλέποντας τα πράγματα από απόσταση αλλά και βιώνοντας το σήμερα της γιορτής του Πάσχα, βλέπω ότι δε με εκνευρίζει πια τόσο πολύ. Ίσως επειδή υπάρχουν πια εναλλακτικές πολλές και η Ελλάδα δεν είναι πια τόσο προσκολημμένη στον εαυτό της. Έτσι, αυτοί που δε θέλουν να λυπηθούν, δεν είναι απομονωμένοι.

Αυτό που συνεχίζει πάντως να με εκνευρίζει είναι η υποκρισία. Άνθρωποι που διαπράττουν τρομερές αδικίες στη ζωή τους θεωρούν ότι εξαγνίζονται μέσα από τη διαδικασία της Μεγαλοβδομάδας. Σα να φτάνει η ευχή του παπά, που συνήθως είναι ο πιο αμαρτωλός από όλους, για να σβηστούν τα κρίματά τους. Και μετά πάλι τα ίδια, μέχρι το επόμενο Πάσχα.

Φέτος τη Μεγαλοβδομάδα την έζησα στη Βιέννη. Δεν ήταν η πρώτη φορά που ήμουν στο εξωτερικό τέτοιες μέρες. Αλλά ήταν η πρώτη φορά που επέστρεψα Μεγάλο Σάββατο. Έτσι πέρασα μόνο το ευχάριστο κομμάτι, αυτό της χαράς, αν και θέλοντας και μη έφαγα κι εγώ αρνί, ελλείψει διαφορετικού φαγητού.

Αλλά συνειδητοποίησα και κάτι άλλο. Τα έθιμα κάνουν τη ζωή μας να περνάει πιο εύκολα.
Διακόπτουν την αβάσταχτη αέναη ροή του χρόνου και κάνουν τη ζωή μας να αποκτάει κάποιο νόημα

Παρασκευή 25 Απριλίου 2008

Ναυάγιο*


Μία παιδική πολυομυελίτιδα είχε αφήσει το ένα πόδι του ηλικωμένου ναυτικού προβληματικό, όχι όμως τόσο που να τον εμποδίζει να περπατάει, κουτσαίνοντας με έναν τρόπο πολύ κομψό. Είχε μπαρκάρει σε ένα αλιευτικό που ψάρευε στα ευχάριστα νερά της Μεσογείου και εξαιτίας αυτού του προβλήματος στο πόδι ήταν ο ναυτικός που πιο πολύ από όλους εκτιμούσε ο καπετάνιος.

Στο μπαρ των ψαράδων μια μέρα του μίλησα για τον καπτα-Ακάμπ.
Του είπα ότι αυτός ο τύπος, που επίσης ήταν κουτσός, αντιμετώπισε με μεγάλο κουράγιο μια δολοφόνο φάλαινα και έγινε έτσι ήρωας της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
"Εγώ παλεύω μόνο με μπαρμπούνια και καμμιά φορά με καμμιά γαρίδα"-αναφώνησε ο γέρος ναυτικός, για να κατεβάσει τη συζήτηση στο επίπεδο του μπράντι που έπινε.

Αυτός ο άνθρωπος, με τα χρόνια, είχε καταλήξει να ενσωματώσει το κούτσεμα στην προσωπικότητά του σαν ένα διακριτικό σημάδι και επιπλέον μπορούσε κανείς να σκεφτεί πως ήταν περήφανος που είχε το ένα πόδι κοντύτερο από το άλλο, αλλά μια μέρα τα πράγματα πραγματικά αναστράφηκαν.

Κατά τη διάρκεια μιας μέρας ψαρέματος έπιασε ένα ξαφνικό μπουρίνι και το καϊκι βούλιαξε, αν και ο γέρος ναυτικός κατάφερε να πιαστεί από ένα μαδέρι και να μείνει έτσι επιπλέοντας αρκετές ώρες, μέχρι που διασώθηκε από ένα εμπορικό πλοίο με γερμανική σημαία.

Πάνω στο πλοίο εξέτασαν τη ζημιά που μπορούσε να είχε πάθει το σώμα του. Δύο Γερμανοί άρχισαν να τραβάν το κακό του πόδι με πολύ μεγάλη αγένεια προσπαθώντας μάταια να το εξισώσουν με το καλό. "Αφήστε με, έτσι είμαι εγώ!"-ούρλιαζε ο γέρος ναυτικός ξανά και ξανά χωρίς οι διασώστες να καταλαβαίνουν το νόημα των κραυγών του. Εκείνοι αγωνίζονταν να συνταιριάσουν τα κόκκαλά του με απτόητο ενδιαφέρον. "Είμαι έτσι, είμαι κακοφτιαγμένος, αφήστε με!", μούγκριζε ο ναυαγός ανάμεσα σε βλαστήμιες και πόνο.

Τελικά οι Γερμανοί κατάφεραν να καταστρέψουν το πόδι μέχρι να το αφήσουν τελείως άχρηστο και από τότε ο γερο-ναυτικός δεν ήταν ποτέ πια ο ίδιος. Έχασε εντελώς την χάρη που είχε όταν περπατούσε και με δεδομένη την προχωρημένη του ηλικία πίστευε, καταπώς μου είπε, ότι πια δεν του έμενε χρόνος να ενσωματώσει αυτή τη νέα βλάβη στη ζωή του μέχρι να τη μετατρέψει σε ένα νέο τύπο κομψότητας.

Έχω σκεφτεί πολλές φορές αυτό το γέρο ναυτικό. Οι πληγές που σέρνονται από πολύ μακριά, τυλιγμένες στα χρόνια, είναι αυτές που μας ορίζουν πάντα και στο τέλος μας επιτρέπουν να φτάσουμε στην αξιοπρέπεια στο μέσο του ναυαγίου.


*Άρθρο του Manuel Vicent που δημοσιεύθηκε στην EL PAIS

Παρασκευή 18 Απριλίου 2008

Jesusito sera un santo








Ο αγαπητός Βάσκες μού έδωσε μια πολύ ωραία ιδέα:

Να βρω τον πίνακα του David Alfaro Siqueiros που αναφέρω στο ερωτηματολόγιο ότι βρίσκεται στον τοίχο μου και να γράψω ένα ποστ σχετικά με αυτό.

Ο πίνακας είναι ο παραπάνω. Είναι μια από τις λιθογραφίες που έκανε ο Siqueiros σε προχωρημένη ηλικία, όταν ασχολήθηκε με πιο προσωπικά θέματα.

Η πρώτη μου γνωριμία με τον Siqueiros έγινε μέσα από τη μουσική. Και συγκεκριμένα μέσα από ένα δίσκο. Ήταν όταν πρωτοέπεσε στα χέρια μου η ηχογράφηση του κορυφαίου έργου του Μίκη Θεοδωράκη "Canto General" . Πρόκειται για την ολοκληρωμένη ηχογράφηση του έργου, σε ζωντανή ηχογράφηση΄. Από την πρώτη ηχογράφηση έλειπαν τα κομμάτια Sandino, Lautaro, Emiliano Zapata, Neruda Requiem Eternam, A mi Partido και Amor America.










Γυναίκα στη φυλακή, 1968,
David Alfaro Siqueiros











Το ένθετο του δίσκου είναι εικονογραφημένο με λεπτομέρειες από πίνακες του Siqueiros, δίπλα στην καταπληκτική μετάφραση της Δανάης Στρατηγοπούλου . Από την πρώτη στιγμή που είδα αυτές τις εικόνες μου έκαναν εντύπωση. Είχαν μια δύναμη ασυνήθιστη.

Η εικόνα της μάνας που βγαίνει μέσα από τη γη για να προστατέψει τα παιδιά της, παρά το ότι είχε ένα στόμφο, είχε εντούτοις και μια αλήθεια που με συγκινούσε.

Εδώ να πω ότι η Λατινική Αμερική ήταν ένας τόπος που πάντοτε μου τραβούσε το ενδιαφέρον. Μια χώρα μακρινή και πολύ εξωτική, με ένα λαό πάρα πολύ φτωχό, που στην πλειοψηφία του ζει κάτω από τα όρια της φτώχειας, αλλά και με μια απίστευτη τρυφερότητα και τρελλό χιούμορ και ζωτικότητα. Ο Siqueiros εξέφραζε λοιπόν όλα αυτά. Οι εικόνες του μου έδιναν ακριβώς την εικόνα που είχα σχηματίσει για τη χώρα του, το Μεξικό, χωρίς να έχω πάει ποτέ. Εξέφραζαν όλη την οργή για την εκμετάλλευση του λαού και την διάθεση για αντίσταση. Όμως ταυτόχρονα επικεντρωνόταν στα πρόσωπα των πρωταγωνιστών του, τού λαού του Μεξικού, σαν ένας σκηνοθέτης που κάνει γκρο πλαν στο πρόσωπο της πρωταγωνίστριάς του.

O Siqueiros είναι ένας καλλιτέχνης βέβαια που στη διάρκεια της ζωής του υπήρξε πολιτικά ενταγμένος στην Αριστερά. Ήταν κομμουνιστής.

Στη δεκαετία του 1910-1920 που εκείνος ανδρώθηκε, η πολιτική ένταξη στην Κομμουνιστική Αριστερά ήταν το πιο προοδευτικό πράγμα που μπορούσε κάποιος να κάνει. Ο Siqueiros λοιπόν υπηρέτησε το σκοπό της Αριστεράς καταπώς τον καταλάβαινε εκείνος. Υπήρξε ένας άνθρωπος δογματικός, που ακολούθησε το κίνημα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Μάλιστα υπήρξε τόσο δογματικός που κάποτε αποπειράθηκε να δολοφονήσει τον Leon Trotsky (δείτε επίσης εδώ). Υπήρξε κοσμοπολίτης που έζησε σε πολλές χώρες εκτός από το Μεξικό (Γαλλία, Ιταλία, ΗΠΑ, Ισπανία, περισσότερες πληροφορίες εδώ). Και υπήρξε και ένας πολύ μεγάλος καινοτόμος, μαζί με τους φίλους του Diego Rivera και Jose Clemente Orozco υπήρξαν πρωτοπόροι της ανανέωσης των murales μιας τέχνης που αποτελεί πρόδρομο του γκράφιτι.

Χρόνια μετά από την πρώτη μου επαφή με το έργο του Μεξικανού ζωγράφου, μου δόθηκε για πρώτη φορά η ευκαιρία να επισκεφτώ το Μεξικό. Ήταν ένα ταξίδι που ήρθε χωρίς να το έχω προγραμματίσει.
Και όταν βρέθηκα εκεί, ανακάλυψα ότι όλα ήταν όπως τα είχα φανταστεί. Μια τεράστια χώρα, απίστευτα όμορφη, αλλά και με πολλές αντιθέσεις. Ο πληθυσμός του Μεξικού, που αυτή τη στιγμή που μιλάμε πλησιάζει τα 107 εκατομμύρια, είναι στη μεγάλη του πλειοψηφία φτωχός. Κι όταν λέω φτωχός, εννοώ ότι το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού ζει με ένα δολλάριο τη μέρα. Αυτό βέβαια δεν εμποδίζει τη χώρα να έχει ένα σωρό εκατομμυριούχους στις λίστες του Forbes με τους πλουσιότερους ανθρώπους του κόσμου.


Είναι μια χώρα με τεράστιο ορυκτό πλούτο, με παραγωγή χρυσού και πετρελαίου και με σπάνιες φυσικές ομορφιές. Για παράδειγμα το Ακαπούλκο με τον καταπληκτικό κόλπο, που έγινε στη δεκαετία του 60 διάσημος από τις Αμερικανικές ταινίες. Δίπλα στα πανάκριβα ξενοδοχεία της πόλης βρίσκονται οι φαβέλες. Αλουμινένιες κατασκευές όπου δε μπορεί κανείς να πιστέψει ότι μένουν άνθρωποι, βρίσκονται κρυμμένες δίπλα από τα χλιδάτα και πανάκριβα holiday resorts της πόλης.

Είναι μια χώρα με τεράστια βία. Μια βία που αντικατοπτρίζεται στα χρώματα. Υπάρχει στο Μεξικό μια ποικιλία χρωμάτων απίστευτη. Στη χώρα μας δεν συναντούμε πουθενά κάτι τέτοιο. Το ίδιο συμβαίνει και στους πίνακες του Siqueiros. Υπάρχει μια πανδαισία χρωμάτων, με κύριο πρωταγωνιστή το κόκκινο. Δεν είναι όμως ένα κόκκινο λαμπερό, φωτεινό. Είναι ένα κόκκινο σκοτεινό, το κόκκινο του αίματος και του θανάτου, σε απευθείας συνομιλία με το κόκκινο της Ισπανίας και του Λόρκα.

Στο Μεξικό πήγα δύο φορές. Τη δεύτερη φορά μόνος, να επισκεφτώ φίλους που είχα κάνει από το πρώτο μου ταξίδι. Έμεινα περίπου 3 εβδομάδες, όμως σε καμμιά περίπτωση δεν αισθάνθηκα μόνος. Υπήρχαν πάντοτε άνθρωποι γύρω μου διαθέσιμοι να μου κάνουν παρέα και προσφέρονταν μετά χαράς αμέσως μόλις μάθαιναν ότι είμαι Griego, Έλληνας, να με ξεναγήσουν. Όλοι τους είχαν να μου εκφράσουν το θαυμασμό τους για την Ελλάδα. Και πάντα μου ανέφεραν όσα γνώριζαν για τον Ωνάση και την Κάλας.

Η μεγάλη Ελληνίδα ντίβα, στην αρχή της καριέρας της και πριν γίνει ακόμη γνωστή, τραγούδησε δύο συνεχή χρόνια, το 1951 και 1952, στο περίφημο Palacio de Bellas Artes, την όπερα της Πόλης του Μεξικού. Οι ερμηνείες της εκείνης της περιόδου χρησιμοποιούνται σήμερα σαν παραδείγματα της μεγάλης της τέχνης και σαν πρώιμα παραδείγματα των δυνατοτήτων της φωνής της.





Σε ένα βιβλιοπωλείο στο Μέξικο Σίτι βρήκα το πόστερ με τον πινακα του Siqueiros "Jesusito sera un santo", δηλαδή ο μικρός Χεσούς θα γίνει άγιος. Δε με εντυπωσίαζαν πια τα τεράστια έργα του τού σοσιαλιστικού ρεαλισμού, αλλά σαν ένα φόρο τιμής στην παιδικότητά μου και στη εφηβεία μου τον αγόρασα και τον κρέμασα στον τοίχο της κρεβατοκάμαράς μου. Απέναντι υπάρχει ένα απόσπασμα από το Amor America του Νερούδα.

Μετά από αυτό το ποστ που γράφτηκε με επιθυμία του Βάσκες, θα ήθελα να προσκαλέσω οποιονδήποτε θέλει να αποκαλύψει τι έχει στον τοίχο του, και κυρίως τους Yellow kid, incontinentia και Βάσκες.

Για το τέλος ένα κομμάτι από το Canto General στη μελοποίηση του Θεοδωράκη με τον Πέτρο Πανδή. Δυστυχώς δε βρήκα το "Amor America", αυτό είναι το "America Insurrecta"

Σάββατο 5 Απριλίου 2008

Ένας Αμερικανός φίλος


Τις τελευταίες καναδυό βδομάδες διάβαζα ένα βιβλίο ενός συγγραφέα που έχω σχετικά πρόσφατα ανακαλύψει, του Philip Roth.

Το βιβλίο λέγεται "Η συνωμοσία εναντίον της Αμερικής" και μιλάει για την περίοδο λίγο πριν και μέχρι το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, στην Αμερική, μια εποχή όπου ο συγγραφέας ήταν παιδί.

Πάντα με εντυπωσίαζε η οικειότητα που αισθανόμουν με κάποιες πλευρές της Αμερικής.

Μια χώρα που γνώρισα από το σινεμά και που ακόμα και σήμερα δεν έχω επισκεφτεί.

Όταν ήμουν παιδί οι μόνες πληροφορίες που είχα για την Αμερική ήταν μόνο οι ταινίες που παίζονταν στο σινεμά και που σχεδόν όλοι με αυτές μεγαλώσαμε.

Θυμάμαι να πηγαίνω και να στήνομαι στην ουρά για να δω το "Superman", και να θαυμάσω τον Christofer Reeve να κατατροπώνει τον κακό Lex Luthor. Ήμουν τότε 9 χρονών και την ταινία δε μπορούσα να τη βγάλω από το μυαλό μου. Την είδα συνολικά 9 φορές. Ο καλός Clark Kent ήταν για μένα τότε ο ήρωάς μου. Ο άνθρωπος τη ζωή του οποίου θα θελα να ζω.

Μεγαλώνοντας τα συναισθήματα μου άλλαξαν, ή μάλλον εμπλουτίστηκαν. Και λέω εμπλουτίστηκαν, γιατί δεν ένιωθα πια το θαυμασμό και μόνο που ένιωθα όταν ήμουνα μικρός. Η ολοένα και μεγαλύτερη εμπλοκή της Αμερικής σε πολιτικές δολοπλοκίες εναντίον μικρών χωρών με έκαναν να το δω αλλιώς το πράγμα. Και σε πολλά πράγματα τη μίσησα αυτή τη χώρα.

Όμως ποτέ δεν έχασα την αίσθηση οικειότητας που ένιωθα παρολαυτά. Είδα κι άλλες σημαντικές ταινίες που αγάπησα πολύ και γυρίστηκαν είτε από Αμερικανούς, είτε από Ευρωπαίους και που είχαν για θέμα την Αμερική. "Το δικό μου Άινταχο", "Ένας Αμερικανός φίλος", "Αποκάλυψη τώρα", "Θέλμα και Λουίζ", "Μανχάταν", "Πλατούν", κάποιες από αυτές.

Πάντοτε το αίσθημα του θαυμασμού και καμμιά φορά και του δέους που αισθανόμουνα δεν έλεγε να με αφήσει.

Από πού πήγαζαν και πηγάζουν λοιπόν αυτά τα συναισθήματα;

Έχω αναρωτηθεί πολλές φορές. Νομίζω ότι αυτό που με κάνει να αισθάνομαι έτσι είναι η αίσθηση της πολυπολιτισμικότητας.

Πάντοτε μου τραβούσε την περιέργεια το άγνωστο. Πάντοτε, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, ήθελα να γνωρίσω καινούργιους κόσμους και καινούργιους ανθρώπους, καινούργιους πολιτισμούς. Και νομίζω ότι εκεί είναι που συναντιέμαι με την κουλτούρα αυτής της χώρας και των κατοίκων της.

Μια χώρα που δημιουργήθηκε από μια χούφτα Ευρωπαίους τυχοδιώκτες, που πήγαν εκεί με μόνο κίνητρο τη μαγεία που τους ασκούσε το άγνωστο και χωρίς κανένα εφόδιο. Που χρειάστηκε να αναμετρηθούν με τον εαυτό τους για να καταφέρουν να ορθοποδήσουν. Αυτό το άγνωστο και η φυγή ήταν που πάντοτε με μάγευε κι εμένα.

Μου έχουν δοθεί πολλές ευκαιρίες μέχρι τώρα να επισκεφθώ την Αμερική. Έχω ένα σωρό φίλους, Έλληνες και Αμερικάνους που οι πόρτες τους είναι πάντα ανοιχτές. Ποτέ μέχρι τώρα δεν το έπραξα.

Απορροφημένος στο κυνήγι ενός παιδικού ονείρου, που πρέπει να το φτάσω μέχρι το τέρμα για να είμαι συνεπής με τον εαυτό μου, είχα πάντα άλλες προτεραιότητες.

Όμως δε θα ξεχάσω ποτέ τους δύο πιο σημαντικούς Αμερικανούς που έχω γνωρίσει ως τώρα.

Ο πρώτος είναι ο Τομ. Γνωριστήκαμε ένα βράδυ σε ένα μπαρ του Λονδίνου το διάστημα που ζούσα εκεί. Η πρώτη γνωριμία ήταν πολύ αναγνωριστική και δεν είπαμε και πολλά πράγματα. Μετά για ένα διάστημα χαθήκαμε. Η τύχη το έφερε να ξανασυναντηθούμε ένα βράδυ στη στάση του λεωφορείου έξω από το σπίτι μου, κάπου στο Βόρειο Λονδίνο. Περάσαμε τις επόμενες 3 περίπου ώρες συζητώντας και πίνοντας σε κάποιο μπαρ στο κέντρο, όπου είπαμε πολλά και προσωπικά πράγματα. Ήταν ένας άνθρωπος πολύ ανοιχτόμυαλος και με πολλές γνώσεις για την Ελλάδα. Μου ξεκαθάρισε από την αρχή ότι είναι από τους ανθρώπους που αγαπούν πολύ τους φίλους τους και τους φροντίζουν.

Και, προς μεγάλη μου έκπληξη, αυτή του η φράση ήταν πραγματική. Μου σύστησε όλη του την παρέα και πάντα είχα ένα πολύ γλυκό συναίσθημα ότι με νοιάζεται κάθε φορά που τον έβλεπα.

Ένα βράδυ πήγαμε σινεμά να δούμε την ταινία "Monster" με τη Charlize Theron. Ήταν η συγκλονιστική ιστορία μιας λεσβίας πουτάνας που έκανε πιάτσα στους αυτοκινητοδρόμους, και που έγινε serial killer στην Αμερική του 70. Κάποια στιγμή ο Τομ άρχισε να κλαίει. Από διακριτικότητα δεν τον ενόχλησα.

Όταν τελείωσε η ταινία, μού αποκάλυψε ότι η ιστορία της ταινίας ήταν παρόμοια με την ιστορία της μητέρας του.
Η μητέρα του Τομ έφυγε από το σπίτι και εγκατέλειψε τον πατέρα του, τον ίδιο και τον αδερφό του κάπου στο Wiskonsin, και έκτοτε δεν την ξαναείδαν, ούτε επικοινώνησαν ποτέ μαζί της. Τελευταίο νέο που έμαθαν το 1980, λίγα χρόνια αφότου τους εγκατέλειψε, ήταν ότι ζούσε εκδιδόμενη στους αυτοκινητοδρόμους.

Ο δεύτερος είναι ο Ρόμπερτ. Συναντηθήκαμε στην Αθήνα έναν Απρίλιο. Εκείνος ήταν για διακοπές στην Ευρώπη για πρώτη φορά στη ζωή του. Λίγο μετά τα 40 του, ταξίδευε μόνος.

Είχε πρόσφατα αλλάξει επάγγελμα, ή μάλλον είχε καταλήξει σε ένα επάγγελμα, αυτό του ψυχολόγου. Μόλις είχε τελειώσει μια σχολή στο LA και μόλις επέστρεφε θα έπιανε δουλειά σαν ψυχοθεραπευτής. Η Ελλάδα και το ταξίδι του εκείνο, ήταν μάλλον η εκπλήρωση ενός παλιού απωθημένου. Περάσαμε σχεδόν όλο το υπόλοιπο διάστημα της παραμονής του στην Αθήνα μαζί και αποφασίσαμε να συναντηθούμε στην Κωνσταντινούπολη, τελευταίο σταθμό του ταξιδιού του μετά από μερικές μέρες.

Εκεί έμαθα και την ιστορία του: Γεννημένος σε μια πολύ πλούσια οικογένεια στο Rhode Island, ο πατέρας του ήταν τραπεζίτης, βρέθηκε κάποια στιγμή σε πολύ κακή οικονομική κατάσταση, όπως και όλη η οικογένεια, όταν ο πατέρας του εξαπατήθηκε από τον αδερφό του και πούλησε την τράπεζα που είχε σε μια πολύ χαμηλή τιμή. Έκτοτε ζούσε στη Νέα Υόρκη, προσπαθώντας να ορθοποδήσει οικονομικά.
Όταν χρειάστηκε να φύγει και έπρεπε να χωρίσουμε μου ήταν πολύ δύσκολο. Οι τρεις μέρες που είχαμε περάσει μαζί και με έκαναν να τον γνωρίσω καλύτερα, με έκαναν να το αντιμετωπίζω σαν απώλεια. Χωρίσαμε χωρίς να πούμε πολλές κουβέντες, μόνο με την υπόσχεση να ξαναβρεθούμε

Δευτέρα 31 Μαρτίου 2008

Η συνάντηση με την Ευανθία

"Α, η Ευανθία!"

Η μαμά μου με είχε πάει να επισκεφτούμε τη γιαγιά μου σε μία από αυτές τις εβδομαδιαίες επισκέψεις που της κάναμε στο σπίτι της στον Περαιά. Καμμιά φορά πηγαίναμε ακόμα πιο αραιά και από βδομάδα.

Εκεί στο κρεβάτι ήταν ξαπλωμένη μια γυναίκα γύρω στα 65, με ένα χαρούμενο χαμογελαστό πρόσωπο. Είχε πάει να βοηθήσει τη γιαγιά μου στο καθάρισμα του τεράστιου σπιτιού της, αλλά βέβαια κατέληξε να το καθαρίσει μόνη της καθότι η γιαγιά, καλομαθημένη και από πολύ πλούσια οικογένεια γαρ, δε σήκωνε πολύ εύκολα το φιλντισένιο της χεράκι για να πιάσει το ξεσκονόπανο. Παρόλη της την κούραση της ημέρας λοιπόν, η Ευανθία είχε ακόμα τη διάθεση να χαμογελάει σα να μη συμβαίνει τίποτα, σε μένα που ήμουνα τότε 8 χρονών.
"Α, ο Αντώνης!", ήταν η μισοκοροϊδευτική της απάντηση.

Φορούσε μια ρόμπα πολύχρωμη, αλλά όχι τίποτα το ιδιαίτερο. Έτσι κι αλλιώς είχε πάει για δουλειά. Το πρόσωπό της ήταν γεμάτο ρυτίδες που έδειχναν τη δύσκολη ζωή που είχε περάσει και στο ένα από τα δυο της χέρια είχε ένα γρομπαλάκι πάνω στην άρθρωση του καρπού, σκληρό, που από ό,τι έμαθα χρόνια αργοτερα ιατρικά το λέγανε λίπωμα. Χαμογελούσε πλατιά, και άφηνε να φανεί όλο της το στόμα που δεν είχε δόντια.
Ή, μάλλον κάνω λάθος. Τότε ακόμα είχε ένα και μοναδικό, το οποίο ήταν ετοιμόρροπο. Το κατάπιε ένα πρωί με το γάλα της, περίπου δύο χρόνια αργότερα, και από τότε και μετά ήταν φαφούτα.

Όταν σηκωθηκε όρθια για να με χαιρετήσει πρόσεξα τα πόδια της, που ήταν κοντά και στραβά. Αυτό το στραβά μου έκανε εντύπωση! Τέτοια στραβά πόδια δεν είχα δει ποτέ μου!

Χρόνια αργότερα, όταν κόντευα να τελειώσω το Γυμνάσιο,τέτοια στραβά πόδια σαν της Ευανθίας, έβλεπα στους συμμαθητές μου που παίζαμε μπάσκετ μαζί, κι επειδή ήμουνα τότε στην εφηβεία και μου γυρίζανε τα μάτια ανάποδα από σεξουαλική επιθυμία με όλους αυτούς τους έφηβους αρσενικούς που πηγαίναμε μαζί στο σχολείο, έμαθα με τον καιρό να έχω τα στραβά πόδια κάτι σαν φετίχ. Έβλεπα αγόρι με στραβά πόδια και μου έβγαιναν τα μάτια έξω!

Πάντως την ημέρα που γνώρισα την Ευανθία, δεν υπήρχε καμμία πιθανότητα να αισθανθώ σεξουαλικό συναίσθημα. Πρώτα από όλα η Ευανθία ήταν γυναίκα. Όχι βέβαια ότι αυτό είναι και απαγορευτικό (θου κύριε, φυλακή τω στόματί μου!), αλλά ήταν και 65 χρονών. Και επίσης, επειδή και αυτό δεν είναι απαραίτητα απαγορευτικό, να σας πω ότι εγώ στην ηλικία των 8 χρονών,στα σεξουαλικά ήμουνα ένα ζώο και μισό!

Η σεξουαλικότητά μου κοιμότανε τον ύπνο του δικαίου, δεν είχα ποτέ σκεφτεί, τουλάχιστον από όσο θυμάμαι, ότι αυτό που λέμε γεννητικό όργανο και βρίσκεται ανάμεσα στα πόδια μου, χρησιμεύει και για άλλες χρήσεις εκτός από το κατούρημα.

Επίσης, για να το χοντρύνουμε και λίγο περισσότερο,τη λέξη γαμήσι την άκουσα πρώτη φορά ένα χρόνο περίπου μετά, στη Ρόδο, από το φίλο μου τον Πολύβιο. Είχα ακούσει όλα τα υπόλοιπα βρισίδια, από τον πατέρα μου, που ήταν ναυτικός, και στόλιζε με αυτά τη μάνα μου και το σόι της. Μέχρι και τη λέξη φακλάνα ήξερα, η οποία πάντοτε μου άρεσε έτσι όπως ηχούσε, ειδικά η συλλαβή "φα" μπροστά από το "κλάνα", την έκανε να μοιάζει πιο εύηχη και σίγουρα να μη φέρνει στο νου άσχημες οσμές κι ένα αίσθημα αναγούλας. Το μόνο παράξενο στη λέξη, που δε μπορούσα να καταλάβω τη σημασία της, ήταν ότι έτσι αποκαλούσε ο πατέρας μου την πεθερά του! Κι εμένα μου είχε μείνει στο μυαλό "η γιαγιά η φακλάνα!".

Εκείνο λοιπόν το μεσημέρι που η Ευανθία σηκώθηκε όρθια για να με χαιρετήσει στο σπίτι της γιαγιάς μου, εμένα τον οχτάχρονο Αντώνη,ξεκίνησε μια σχέση με αυτή τη γυναίκα που κράτησε περίπου 10 χρόνια.

Η Ευανθία ήτανε για μένα η γυναίκα που μου πρόσφερε στοργή τα δύσκολα χρόνια του διαζυγίου των γονιών μου. Ήταν αυτή στην οποία έτρεχα όταν με μάλωνε ο πατέρας μου, τον οποίο φοβόμουνα υπερβολικά, και αυτή που με παρηγορούσε όταν ήμουνα στενοχωρημένος και έκλαιγα. Ήταν, όπως είπε η ίδια κάποτε σε ένα δικαστήριο,που είχε πάει να καταθέσει ως μάρτυρας σε μια από τις δίκες για το διαζύγιο των γονιών μου, αυτή που στο σπίτι εκτελούσε καθήκοντα μητέρας, καθότι εγώ έμενα με τον πατέρα μου κι εκείνη έμενε μαζί μας, ενώ οι γονείς μου ήταν ήδη σε διάσταση.

Και αυτή η σημαντική σχέση της ζωής μου ξεκίνησε κάπως έτσι,ένα πρωί.

Παρασκευή 28 Μαρτίου 2008

Πιτσιρίκο γύρνα πίσω!!!


Ένα από τα πιο σημαντικά blogs, ο πιτσιρίκος αποφάσισε να σταματήσει.


Είμαι νέος blogger και παρακολουθώ τον πιτσιρίκο εδώ και πολύ καιρό, πολύ πριν καν σκεφτώ να δημιουργήσω το δικό μου blog.

Η πρώτη επαφή μου με τα κείμενά του ήρθε μέσα από τη lifo και τη στήλη που διατηρεί κάθε εβδομάδα. Από την πρώτη στιγμή μου έκανε τρομερή εντύπωση ο βλάσφημος και ανατρεπτικός λόγος του. Σιγά σιγά έγινε μια συνήθεια αναπόσπαστη της καθημερινότητάς μου και τα σχόλιά του ήταν το πρώτο πράγμα που διάβαζα κάθε Τετάρτη βράδυ που έπαιρνα τη lifo συνήθως μετά τη βραδυνή βόλτα στο κέντρο.

Ο πιτσιρίκος έχει το χάρισμα να μπορεί να σε κράξει χωρίς να παρεξηγηθείς, να σε θίξει ακόμα και σε ζητήματα που πονάνε πολύ, αλλά με ένα τέτοιο τρόπο που δεν μπορεί, θα σκάσει χαμόγελο το χειλάκι σου.

Υπήρξε ένας από τους πρώτους που έφεραν ένα καινούργιο ύφος μέσα από το blog του χρησιμοποιώντας εκφράσεις στα όρια του χυδαίου πολλές φορές, αλλά με ένα τέτοιο τρόπο, που ενώ σε άλλο κείμενο θα ήταν απαράδεκτες, στα δικά του κατουριόσουνα στα γέλια.

Παράλληλα όμως είναι ένας άνθρωπος με το θάρρος της γνώμης που πραγματικά δε φοβάται καθόλου να πει αυτό που πιστεύει, δίνοντας ένα σαφές στίγμα και γι αυτό του βγάζω το καπέλο.


Αν πραγματικά ο πιτσιρίκος αποφάσισε να σταματήσει το blog του, οτιδήποτε και αν τον οδήγησε σε αυτή την απόφαση, εγώ από εδώ θέλω να τον ευχαριστήσω για όσα μοιράστηκε μαζί μας όλο αυτό το διάστημα και να του ευχηθώ σε οτιδήποτε καινούργιο αρχίσει στη ζωή του να είναι πάντα δημιουργικός και ευτυχισμένος.
Χαρήκαμε πολύ πιτσιρίκο, θα μας λείψεις...


Υ.Γ. Για αποχαιρετιστήριο ένα από τα κείμενά του

Τρίτη 25 Μαρτίου 2008

Το "Σ' αγαπώ" μ' ένα τραγούδι


Να πεις σ' αγαπώ μ' ένα τραγούδι...

Διαβάζοντας τη lifewhispers μου φάνηκε καταπληκτική ιδέα!

Ο κανόνας είναι λέει να βάλουμε δύο τραγούδια, ένα αντρικό και ένα γυναικείο.

Εδώ πρέπει να πω ότι η επαγγελματική μου ενασχόληση με την κλασσική μουσική, μου στερεί ίσως τη δυνατότητα να την απολαύσω κι εγώ σαν ακροατής όπως όλοι οι φίλοι μου και βέβαια ο περισσότερος κόσμος.

Φανταστείτε πολλές φορές γυρνώντας στο σπίτι, δεν έχω καμμιά διάθεση να ακούσω μουσική, μια και κανείς δε θέλει να ασχολείται με τη δουλειά του 24 ώρες το εικοσιτετράωρο.

Παρολαυτά έρχονται στιγμές που πραγματικά θέλω να ξεχάσω την καθημερινότητα και να αφεθώ να με ταξιδέψει η ουράνια μουσική, να γυρίσω πίσω και να ξαναθυμηθώ ήχους που με έκαναν να αγαπήσω τόσο πολύ αυτή την τέχνη που να την κάνω επάγγελμα.

Διάλεξα λοιπόν δύο αγαπημένες μου άριες, μια για άντρα και μία για γυναίκα.

Η πρώτη άρια είναι από την όπερα του Μπιζέ Κάρμεν. Ο Δον Ζοζέ τραγουδάει στην αγαπημένη του Κάρμεν για τον έρωτά του και πώς τον κράτησε ζωντανό τον καιρό που πέρασε κλεισμένος στη φυλακή, έχοντας μοναδικό ενθύμιο ένα λουλούδι που του είχε πετάξει εκείνη. Περιέχει όλο το πάθος και την τρυφερότητα και συνάμα την τραγικότητα που έχει ο έρωτας. Τραγουδάει ένας από τους αγαπημένους μου νέους τενόρους, ο Jonas Kaufmann.

Η δεύτερη άρια είναι από την όπερα του Μπελίνι "Η Υπνοβάτιδα". Η Αμίνα τραγουδάει για τη χαμένη της αγάπη τον Ελβίνο, ο οποίος άδικα τη χώρισε, παίρνοντας το δαχτυλίδι που της είχε χαρίσει πίσω. Της μένει η εικόνα του βαθιά κρυμμένη στο στήθος και το λουλούδι που της είχε χαρίσει όταν ήταν ακόμα ερωτευμένος μαζί της. Τραγουδάει η μεγάλη Μαρία Κάλας, με όλη την τρυφερότητα που μπορεί να εκφράσει μια γυναίκα, εκφράζοντας το μέγεθος της απώλειας.

Τα λουλούδια και η μουσική λοιπόν, γιατί τι περισσότερο είναι ο έρωτας, παρά εικόνες, ήχοι και αρώματα