Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αθήνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αθήνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2015

Ο σκύλος

Ήταν μια φορά ένας κύριος. Ζούσε σε μια πολυκατοικία σε ένα προάστιο της Αθήνας, ήταν παντρεμένος με παιδιά, η χαρακτηριστική περίπτωση αυτού που θα λέγαμε μεσαία τάξη. 
Ήταν λίγο μοναχικός, η κοινωνική του ζωή δεν ήταν αυτό που θα λέγαμε το πιο δυνατό του σημείο. Δεν ήταν ότι δεν του άρεσε να βρίσκεται με ανθρώπους, να μιλά, να γελά, ή απλώς να ακούει τον ήχο της φωνής τους. Αλλά να, μερικές φορές, εκεί μέσα στην οχλαγωγία του πλήθους τον έπιανε ένα συναίσθημα σα να πνίγεται, μια μεγάλη μοναξιά. Αποστασιοποιούνταν από τον περίγυρό του και έτρεχε να φύγει μακριά, να γλιτώσει. Κανείς δε μπορούσε να καταλάβει το γιατί, ούτε καν ο ίδιος. Επέστρεφε στο σπίτι ματαιωμένος και μόνος και τον έπιανε ένας θυμός και μια ζήλεια για τους άλλους, ακόμα και για τη γυναίκα του. 
Η αλήθεια είναι ότι αυτό το σημείο της προσωπικότητάς του ήταν το σημείο τριβής στη σχέση τους. Εκείνη ήταν μια απίστευτα κοινωνική και ανεξάρτητη γυναίκα που ζούσε μέσα από τη συναναστροφή της με άλλους. Τι φίλες, τι συναδέλφους στο γραφείο, τι συγγενείς μακρινούς και κοντινούς, όλους ήθελε να τους έχει γύρω της. Και να τα τραπέζια, από τα οποία ο άντρας της με διάφορες δικαιολογίες κατόρθωνε πάντοτε να λείπει, και να οι εκδρομές, που εκείνος ποτέ δεν ακολουθούσε αλλά πήγαινε στο τέλος να την πάρει και να επιστρέψουν στο σπίτι. 
Όπως ήταν φυσικό κάποια στιγμή άρχισαν οι καβγάδες. Εκείνη προσπαθούσε να τον τραβήξει έξω από το κουκούλι του, εκείνος προσπαθούσε να την τραβήξει μέσα. Οι καβγάδες, όσο περνούσε ο καιρός και τα χρόνια και τα παιδιά μεγάλωναν, έγιναν χειρότεροι και πιο βίαιοι. Ξεκινούσαν με φωνές και κατέληγαν με βρισίδια, πιάτα στο πάτωμα και μερικές φορές και με φυσική βία. Εκείνη, μια ανεξάρτητη γυναίκα, στην αρχή έκανε υπομονή. Δεν ήταν ότι δεν τον αγαπούσε, ούτε ότι δεν ήθελε να τον βοηθήσει, αλλά με τον καιρό εκείνος είχε χάσει κάθε τρυφερότητα, είχε γίνει ένας εγωιστής που την τράβαγε κάτω, στα δικά του σκοτάδια.
Μια μέρα εκείνη άνοιξε την πόρτα και έφυγε. Δεν είχε πού να πάει, αλλά έφυγε μακριά για να γλιτώσει από έναν τύρρανο που με τα χρόνια όλοι τον φοβόντουσαν. Από τις φωνές του κατά τη διάρκεια των καβγάδων είχε βγάλει το όνομα του αγροίκου στη γειτονιά. Οι άνθρωποι συζητούσαν πίσω από την πλάτη του και κάθε φορά που τον έβλεπαν στο δρόμο ή στις σκάλες της πολυκατοικίας τον απέφευγαν. Ακόμα και τα ίδια του τα παιδιά, έχοντας βιώσει από πρώτο χέρι τις συνέπειες της ενδοοικογενειακής βίας, απέφευγαν να του μιλήσουν κοιτώντας τον στα μάτια. 
Μια φορά, σε μια βόλτα με το γιο του, πέρασαν έξω από ένα σπίτι που είχε ένα σκύλο μεγάλο και πολύ τριχωτό. Το σκυλί μόλις αισθάνθηκε ανθρώπινη παρουσία άρχισε να γαβγίζει με λύσσα, όταν ακόμα ήταν μακριά. Το γάβγισμα έγινε πιο έντονο όσο πλησίαζαν. Ο γιος, παιδάκι γύρω στα δέκα, είχε τρομοκρατηθεί, έτσι κι αλλιώς οι πολύ μεγάλοι θόρυβοι πάντα τον τρόμαζαν, από τότε που μέσα στη νύχτα ξυπνούσε και άκουγε τον πατέρα του και τη μάνα του να μαλώνουν στο σπίτι.
Ο πατέρας όμως δεν τρόμαξε. Και προς μεγάλη έκπληξη του γιου πλησίασε το σκύλο που είχε λυσσάξει και άρχισε να του μιλάει δυνατά, σα να απευθυνόταν σε άνθρωπο. Όσο πιο πολύ γάβγιζε ο σκύλος, τόσο πιο δυνατά μίλαγε ο πατέρας. Μέχρι που κάποια στιγμή, ίσως από κούραση, ίσως από παραίτηση, ίσως επειδή κατάλαβε ότι ο άνθρωπος απέναντί του είναι το ίδιο μόνος όπως εκείνο, το σκυλί άρχισε να χαμηλώνει τον τόνο του γαβγίσματος. Ο πατέρας άρχισε να χαμογελάει και να μιλάει πιο γλυκά, μέχρι που κάποια στιγμή το σκυλί άρχισε να κουνάει την ουρά του. Και τότε συνέβη: Ο πατέρας πλησίασε το σκύλο και τον αγκάλιασε τόσο τρυφερά που κανείς δε θυμόταν να τον είχε δει έτσι. Έμειναν εκεί για ώρα αμίλητοι, σκύλος και άνθρωπος ένα κουβάρι, και ο γιος παραπέρα να κοιτάει.

Σάββατο 2 Οκτωβρίου 2010

Γκάζι, ένας τόπος ντροπής


Μόλις γύρισα από το Γκάζι και, Παρασκευή βράδυ, γινόταν χαμός. Προφανώς σήμερα άνοιξαν και κάποια μαγαζιά για χειμώνα και έγινε της τρελλής από κόσμο. Όμως, όσο ωραία και αν είναι να βλέπει κανείς όλα αυτά τα νέα παιδιά, παρφουμαρισμένα και έχοντας βάλει τα καλά τους, να γυρνάνε στους δρόμους γελώντας, δεν είναι δυνατό ωστόσο να παραβλέψει την παρακμή της συνοικίας που θα μπορούσε να είναι μια φωτεινή εξαίρεση στη φτήνια και στη βρωμιά που μας περιβάλλει. Τρομερή βρωμιά παντού, η μουσική στη διαπασών, τόσο που ακόμα και στην απέναντι πλευρά της πλατείας να κάτσεις, δεν ακούς τι σου λέει ο διπλανός σου από το θόρυβο. Και παραδίπλα τίγκα στις καινούργιες πολυκατοικίες, ή, για να είμαι πιο ακριβής, τα λοφτ, τα οποία δεν είναι τίποτα παραπάνω από πολυκατοικίες... ψηλοτάβανες! Μόλις βγεις στην Ιερά Οδό είναι ορατές οι ταμπέλες "STUDIO", που είναι μια καινούργια και κεκαλυμμένη ονομασία της παλιάς καλής ελληνικής "οίκος ανοχής", ή, για να γίνω και πιο λαϊκός, μπουρδέλο. Μάλιστα, μπουρδέλο με τσατσά, νταβατζή και πουτάνα! Είναι μάλιστα τόσα πολλά αυτά τα "STUDIO", που δε μπορείς να τα μετρήσεις. Πρόχειρα από το βενζινάδικο που είναι στη γωνία της Ευμολπιδών μέτρησα τουλάχιστον δέκα! Και είναι από ό,τι φαίνεται καινούργια παραγωγή, μια και, από ό,τι θυμάμαι, δεν υπήρχαν πριν από καναδυό χρόνια.

Τώρα θα μου πείτε προς τι ο όρος "STUDIO" αντί για το παλιό και καλό μπουρδέλο. Δεν γνωρίζω να σας απαντήσω, φαίνεται ότι, για να επιβεβαιωθεί η ρήση του Τσαρούχη "ό,τι δηλώσεις είσαι στην Ελλάδα", αλλάζοντας τον όρο εκλεπτύνεται και η χυδαιότητα της πράξης. Εκτός και εάν, το παλιό καλό "τσιμπουκάκι, παξιμαδωτό, πισωκολλητό" έχει αλλάξει και έχει γίνει κάτι άλλο πιο εύηχο και για αυτό λιγότερο... ωμό. Δεν μπορώ να γνωρίζω λοιπόν τι συμβαίνει σε αυτά τα μαγαζιά του έρωτα, μια και εγώ είμαι γκέι και δε με ενδιαφέρουν οι συναλλαγές του αγοραίου έρωτα. Ωστόσο αυτό που με ενδιαφέρει και με θλίβει είναι η υποβάθμιση της περιοχής. Αυτό που βλέπεις είναι μια βιομηχανία διασκέδασης με τεράστιο τζίρο η οποία έχει φάει τα πάντα στο πέρασμά της και κανείς δεν της αντιστέκεται.

Κάποιοι κάτοικοι της περιοχής, ανάμεσά τους καλλιτέχνες, επώνυμοι, άνθρωποι του πνεύματος συναντήθηκαν με τους υπεύθυνους της Αστυνομίας και τους εξέθεσαν την κατάσταση. Αυτό που πήραν σαν υπόσχεση ήταν ότι τις επόμενες μέρες 1350 αστυνομικοί, φρέσκοι από τις σχολές και καβλωμένοι να επιβάλλουν την τάξη και το νόμο, θα ξεχυθούν στους δρόμους και το θέμα θα λυθεί. Μάλλον για κορόιδα μας περνάνε. Στην επόμενη πορεία και αναταραχή στο κέντρο της Αθήνας που θα προκληθεί από τις ληστρικές επιλογές της κυβέρνησης, θέμα χρόνου δηλαδή, όλοι αυτοί θα μετακινηθούν στην πορεία και θα κυνηγάνε τους διαδηλωτές, ενώ οι έμποροι ναρκωτικών θα είναι πάλι ελεύθεροι να αλωνίζουν στο Γκάζι, το ίδιο και οι μπράβοι των νυχτερινών κέντρων που θα καταλαμβάνουν με το έτσι θέλω τις θέσεις για να παρακάρουν "οι δικοί τους πελάτες" (κάτι σαν αυτό που λέμε "τα δικά μας παιδιά"). Και όπως λέει και στο άρθρο της Ελευθεροτυπίας ο Θόδωρος Τερζόπουλος «όσο οι κυβερνήσεις μας δεν ασχολούνται συστηματικά και σοβαρά με τα προβλήματα του κέντρου της Αθήνας, ετοιμάζεται η άνοδος της Ακροδεξιάς. Το αβγό του φιδιού επωάζεται».