Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2016

Με αφορμή το Βαγγέλη Γιακουμάκη

Εδώ και ενάμιση μήνα η ιστορία του Βαγγέλη Γιακουμάκη έχει κινήσει το ενδιαφέρον σε ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας. Η εξαφάνισή του, που αποκάλυψε την προσωπική του ιστορία και τον εκφοβισμό που συστηματικά τού ασκούνταν από τους συμφοιτητές του, προκάλεσε μια ευαισθητοποίηση και μια συλλογική ταύτιση χωρίς προηγούμενο. 
Ο συνεσταλμένος, εσωστρεφής νέος, που οι συνομήλικοί του αντιμετώπισαν τόσο σκληρά επειδή δεν ταίριαζε με τα ετεροκανονικά πρότυπα που εκείνοι είχαν στο μυαλό τους και τα είχαν διδαχτεί από τα πρώτα χρόνια της ζωής τους, κάτι θυμίζει σε όλους. Δεν είναι τυχαίο ότι ένας από τους τύπους μπούλινγκ που δέχτηκε ο νεαρός Βαγγέλης, το ζωντανό τζουκμπόξ, είναι από τα χαρακτηριστικότερα καψόνια που γίνονται στο στρατό για να εκπαιδευτούν οι νέοι, από το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και έπειτα. Κλείνουν το θύμα σε μια ντουλάπα και πετώντας του κέρματα τού ζητάνε να τραγουδήσει "παραγγελιές", διαφορετικά δεν τον αφήνουν να βγει. Άλλα αντίστοιχα είναι όταν υποχρεώνουν το θύμα σε πολύ κρύες μέρες να πλυθεί με κρύο νερό, η διαπόμπευση μέσα στην ομάδα, το ξύπνημα μέσα στη νύχτα με φωνές ή  ξύλο, ή το στυγνό ξυλοφόρτωμα. Όλα γίνονται για την επιβεβαίωση: Επιβεβαίωση της ένταξης σε μια ισχυρή ομάδα, επιβεβαίωση της σεξουαλικότητας, επιβεβαίωση της προσωπικότητας.
 
Οι θύτες της τραγικής αυτής ιστορίας, όταν απειλήθηκαν, έτρεξαν να κάνουν αυτό που ήξεραν για να λύνουν τα προβλήματα που προέκυπταν, όταν δε μπορούσαν να τα λύσουν πλέον με το νταηλίκι: Μίλησαν με τον τοπικό βουλευτή και του ζήτησαν να παρέμβει για να μην αποβληθούν από τη σχολή τους, που εξέτασε το θέμα όταν η ιστορία έγινε γνωστή στη διοίκηση, αρκετό καιρό πριν από την εξαφάνιση του Βαγγέλη. Εδώ έχουμε ακόμα μια συλλογική ταύτιση. Η ελληνική κοινωνία κυριαρχείται από τη λογική της ανάθεσης, χρησιμοποιεί "τη δική της φωνή" του τοπικού βουλευτή για κάθε είδους μικρά ή μεγάλα θελήματα, από τη μεταγραφή από το πανεπιστήμιο, στο διορισμό στο δημόσιο, μέχρι ακόμα και την παρέμβαση στη δικαιοσύνη άμα χρειαστεί. Ο τοπικός βουλευτής είναι πάντα εκεί για να φροντίσει τους ψηφοφόρους του, σε ένα πάρε-δώσε που βολεύει και τους δύο.
Η ιστορία έγινε γνωστή από τα ΜΜΕ καθώς θεωρήθηκε ότι μπορεί να εξασφαλίσει μεγάλα ποσοστά τηλεθέασης, ενώ τα κανάλια καθημερινά πνίγουν άλλα περιστατικά παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που θεωρούνται αντιδημοφιλή. Οδήγησε επίσης πολιτικούς όπως ο Λοβέρδος, υπεύθυνος του μπούλινγκ που είχαν υποστεί οι οροθετικές γυναίκες, αλλά και τη ΧΑ, να εκδώσουν ανακοινώσεις καταδίκης του μπούλινγκ, προσπαθώντας να οικειοποιηθούν το κύμα διαμαρτυρίας αλλά και το αυθεντικό αίσθημα συγκίνησης.
 
Μετά την τραγική κατάληξη όμως, τι μένει;  Μένει η απώλεια της ζωής ενός νεαρού που απομονωμένος από τον κοινωνικό του περίγυρο προτίμησε να πεθάνει παρά να υπομένει άλλο το βασανιστήριο. Μένει και το γεγονός ότι σήμερα η βία, λεκτική και σωματική, είναι το πεδίο επικοινωνίας μιας ολόκληρης κοινωνίας, που τη θεωρεί ηθική και πρέπουσα, μια τιμωρία σε αυτούς που δε συνάδουν με τους υπόλοιπους και αποτελούν εν δυνάμει απειλή για την πνευματική και ψυχική τους υγεία. 
 
Μένει όμως και η αυθεντική αντίδραση του κόσμου που με αφορμή αυτή την ιστορία δείχνει ότι αυτό που θεωρούνταν φυσιολογικό δεν είναι απαραίτητα τέτοιο. Αυτή η αντίδραση είναι ευκαιρία για δράση. Δράση που θα απαιτήσει στράτευση, αλλά και υπομονή, γιατί η αλλαγή των συνειδήσεων παίρνει χρόνο και θέλει κόπο. Είναι όμως τώρα η ευκαιρία να δράσουμε όπου ο καθένας μπορεί, όλοι μαζί αλλά και ο καθένας ξεχωριστά, για να μη θρηνήσουμε άλλα θύματα. Γιατί ο θάνατος του Βαγγέλη Γιακουμάκη δεν πρέπει να πάει χαμένος.

Τρίτη, 3 Μαΐου 2016

Η λεμονιά

Εδώ πιο κάτω από το σπίτι έχει ανοίξει ένα από αυτά τα μαγαζιά που πρώτη φορά είδα στο Λονδίνο, που τα λέγανε 24/7. Πάντα τα επισκεπτόμουν, κυρίως γιατί είμαι τσαπατσούλης με το χρόνο και έβρισκα μια ευκαιρία να κάνω τα ψώνια που δε μπορούσα να κάνω την ημέρα. Χώρια που, όσο και να το σκεφτείς, τη νύχτα έχει μεγαλύτερη ησυχία, δε σε ενοχλεί κανείς, μπορείς ας πούμε να ψάξεις τα ράφια για να βρεις πού είναι το τσάι του βουνού, ή το απιονισμένο νερό.
Βγαίνοντας από το σπίτι στις 3 τη νύχτα στην Αθήνα, έχει και τα καλά του. Βλέπεις ας πούμε έναν κόσμο που δε μπορείς να δεις την ημέρα. Πάνω από το σπίτι μου, στη γωνία της πολυκατοικίας με το ζαχαροπλαστείο, υπάρχει ένα ζευγαράκι που μιλάει. Εκείνος μοιάζει να της παραπονιέται, αυτή είναι σκεφτική. Δεν είναι αγκαλιασμένοι, απλά μιλάνε. 
Στην άλλη γωνία είναι ένα από εκείνα τα μαγαζιά που πουλάνε έπιπλα για φοιτητές. Το καταλαβαίνεις όταν από την πρώτη ματιά που ρίχνεις διακρίνεις ευθέως την τιμή. Είναι εξαιρετικά χαμηλή, κι εγώ αναρωτιέμαι, αν με τέτοια χαμηλή τιμή κάποιο λάκκο έχει η φάβα. Αν δηλαδή το γυάλινο τραπέζι με τις τέσσερις καρέκλες που κάνει 170 ευρώ, έχει καμιά τρύπα στη μέση και θα σπάσει όταν κάποιος ακουμπήσει κάτι επάνω του. 
Κάποια στιγμή περνάει μια παρέα από τρία φανταχτερά κορίτσια που μιλάνε δυνατά και γελάνε. Μα είναι δυνατόν τόσος κόσμος να κυκλοφορεί τη νύχτα, στις 2 του Μαΐου, Δευτέρα του Πάσχα; Και μάλλον έχω ξεχάσει ότι το σπίτι μου είναι στη μέση μιας φοιτητούπολης, πολύβουης και πολύκοσμης. Οι άνθρωποι που τώρα τους βλέπω, είναι οι ίδιοι που κάθε μέρα τούς ακούω την ίδια ώρα να περπατούν στο δρόμο.
Φτάνω στο μαγαζί, η πωλήτρια με κοιτάει ξαφνιασμένη. Πληρώνω και δεν παίρνω σακούλα, έτσι κι αλλιώς μένω δυο στενά πιο πάνω. 
Στην επιστροφή αποφασίζω να γυρίσω από το δρόμο που έμενε ο συμμαθητής μου ο Ηλίας. Ο δρόμος ήταν ρέμα όταν ήμασταν μικροί, και από μέσα περνούσε ένα μικρό ρυάκι. Το παλιό σπίτι δόθηκε αντιπαροχή και σήμερα βρίσκεται στη θέση του μια πολύ άσχημη πολυκατοικία με πολλά διαμερίσματα. Το όνομα του Ηλία όμως δεν υπάρχει σε κανένα κουδούνι.
Κάθομαι για λίγο και ακούω τη σιγή. Η πολυκατοικία δεν έχει κανένα φως. Το μόνο που ακούγεται είναι το ράδιο από το δεύτερο όροφο της απέναντι πολυκατοικίας όπου κάποιος έχει αφήσει το παράθυρο ανοιχτό. 
Το σπίτι του Ηλία δεν τη γλίτωσε, τη γλίτωσε όμως αυτό που ήταν απέναντι και διαγώνια. Παρέμεινε έτσι που ήταν, δηλαδή ένα διώροφο, σε πείσμα των πολυκατοικιών δίπλα του και γύρω του, με κήπο και πέργκολα. Μάλιστα την πέργκολα δεν τη θυμόμουν ποτέ παρά το γεγονός ότι περνούσα πολύ συχνά από εκεί όταν έκανα παρέα με τον Ηλία. Πρέπει να είναι απόκτημα της πρόσφατης ανακαίνισης. Ο ένοικος αυτού του παλιού σπιτιού το σεβάστηκε. Δεν έκανε καμία αλλαγή εξωτερικά, άλλαξε απλώς τα παλιά κουφώματα με καινούργια από αλουμίνιο, άσπρα όπως και τα παλιά. Κράτησε ακόμα και τη λεμονιά στην αυλή.
Μια νύχτα ανοιξιάτικη με μια λεμονιά σε έναν κήπο στη μέση της πόλης με τα λεμόνια να μοσχομυρίζουν. Κάτι λεμόνια μεγάλα σα γκρέιπ φρουτ, αλλά κρέμονται έτοιμα να πέσουν. 
Δεν ήμουνα ποτέ καλός κλέφτης, μια φορά μόνο θυμάμαι που μπήκα σε ένα χωράφι να κλέψω ντομάτες και πέρασε ο δραγάτης και με είδε κι έφυγα τρέχοντας από τη ντροπή μου και άφησα και τις ντομάτες.
Όμως αυτή τη φορά δεν υπάρχει δραγάτης. Υπάρχει η ιεροτελεστία της πράξης την ώρα και τη στιγμή που πρέπει. Ίσως τελικά η λεμονιά να ήταν εκεί για να μπορέσει κάποια νύχτα κάποιος σαν εμένα να της κλέψει τους καρπούς της σε μιαν ανάκληση της εφηβείας του. 
Στο γυρισμό το ζευγαράκι είναι ακόμα εκεί, αλλά τώρα έχουν αγκαλιαστεί. Απέναντί τους είναι το σπίτι της θεατρίνας που τώρα έχει γίνει μουσείο. Κι εγώ που στην ποδιά μου έχω πέντε πανάκριβα λεμόνια.

Τρίτη, 1 Μαρτίου 2016

Με αφορμή το σχόλιο Λαζόπουλου

Το σχόλιο του Λαζόπουλου για τους ανάπηρους έτυχε μια φορά να το βρω κι εγώ μπροστά μου. Ήταν πριν από πολλά χρόνια στην τάξη του τραγουδιού. Δασκάλα μου ήταν μια γηραιά κυρία. Αυτή η κυρία ήταν πολύ σκληρή σε διάφορα πράγματα, όχι πάντα σε αυτά που αφορούσαν τους μαθητές. 
Στην τάξη είχαμε ένα παιδί με μια εξαίσια φωνή τενόρου, από εκείνες τις βελούδινες φωνές που πολύ σπάνια βρίσκει κανείς, αλλά που είναι ευλογία να τις ακούς. Αυτό το παιδί δεν είχε καμία μουσική παιδεία και, επιπλέον, ήταν και από φτωχή οικογένεια της επαρχίας και προσπαθούσε μόνος του να τα βγάλει πέρα δουλεύοντας σε δουλειές δεξιά και αριστερά. Όσον αφορά το τραγούδι, τραγουδούσε καταπληκτικά δημοτικά τραγούδια, τόσο που, εμένα που δεν έχω καμία επαφή με το είδος αλλά και δεν είναι από τις μεγάλες μου αγάπες, να τον ακούω εκστατικός κάθε φορά που ιδιωτικά μας τραγουδούσε.
Το παιδί αυτό ήταν γκέι. Δεν ξέρω αν ο σεξουαλικός του προσανατολισμός ήταν από τους κύριους λόγους που τον είχαν κάνει ν' αφήσει την επαρχιακή πόλη που ζούσε και να έρθει στην Αθήνα να μείνει, αν και, εκείνη την εποχή ήταν πολύ συνηθισμένος ένας τέτοιος λόγος. Δεν το έλεγε ποτέ ανοιχτά, ούτε είχαμε κάνει ποτέ καμία συζήτηση επί του προκειμένου, έτσι κι αλλιώς κι εγώ τότε ήμουν κλεισμένος στο δικό μου το ντουλάπι και κοιτούσα παραέξω μόνο από το παραθυράκι, αλλά προσεκτικά για να μη φαίνομαι. Το ζήτημα όμως είναι ότι για τους άλλους, «φαινόταν». Δεν είναι ας πούμε ότι κουνιόταν πολύ, ή ότι μιλούσε με ψιλή φωνή, χαρακτηριστικά που, διαχρονικά, στη μάτσο ελληνική κοινωνία είναι από μόνα τους ικανά για να χαρακτηρίσουν το σεξουαλικό προσανατολισμό ενός άνδρα και να του βάλουν τη στάμπα της αδερφής, ή του αδερφίζοντος, ανεξάρτητα από το αν είναι ή όχι ομοφυλόφιλος. Αλλά σε μια κοινωνία όπου η υπόνοια και μόνο της ομοφυλοφιλίας σήμαινε τα μύρια κακά της μοίρας ενός άνδρα, μαζί και της οικογένειάς του, έφταναν μερικές απλές νύξεις, το γεγονός ότι δεν είχε ούτε είχε εμφανίζει ποτέ μια γυναίκα μαζί του ας πούμε.
Κάποια μέρα έγινε μια παρεξήγηση ανάμεσα στην «καλή» μας τη δασκάλα και το συμμαθητή μου. Δεν ήταν κάτι βίαιο, έγινε εκτός τάξης και κανείς από τους υπόλοιπους δεν ήταν κοντά. Μερικές μέρες έπειτα, ο συμμαθητής μου διέκοψε τα μαθήματα, με τη δικαιολογία ότι δε μπορούσε να ανταπεξέλθει στα δίδακτρα, τα οποία παρεμπιπτόντως ήταν όντως υψηλά. Όταν ερωτήθηκε η δασκάλα από εμάς τι έγινε και ο συμμαθητής μας σταμάτησε να έρχεται, απάντησε: «Όταν κάποιος είναι ανώμαλος αλλού, αυτό έχει επίπτωση και στην συμπεριφορά του!»...
Δε μπόρεσα να αρθρώσω κουβέντα ούτε μπορούσα να παραδεχτώ ότι το σχόλιο εκείνο με αφορούσε κι εμένα, αλλά εκείνη τη στιγμή η σκληρότητα εκείνη με συνέτριψε. 
Είδα το συμμαθητή μου εκείνο πολλά χρόνια αργότερα κατά τύχη μέσα σε ένα εστιατόριο μια μέρα, όπου δούλευε στην κουζίνα. Με δυσκολία τον αναγνώρισα. Είχε χάσει μερικά μαλλιά, τα μάτια του είχαν κάνει ρυτίδες, αλλά, και αυτό ήταν το αναγνωριστικό, είχε ακόμα εκείνη την υπέροχη χαρακτηριστική βελούδινη φωνή. Δεν του ανέφερα ποτέ εκείνο το περιστατικό, περισσότερο από ντροπή, για εκείνον και για μένα. Το θυμάμαι όμως ακόμα μετά από 25 χρόνια που έχουν περάσει, μαζί με τα συναισθήματα που το συνοδεύουν.