Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2016

Με αφορμή το Βαγγέλη Γιακουμάκη

Εδώ και ενάμιση μήνα η ιστορία του Βαγγέλη Γιακουμάκη έχει κινήσει το ενδιαφέρον σε ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας. Η εξαφάνισή του, που αποκάλυψε την προσωπική του ιστορία και τον εκφοβισμό που συστηματικά τού ασκούνταν από τους συμφοιτητές του, προκάλεσε μια ευαισθητοποίηση και μια συλλογική ταύτιση χωρίς προηγούμενο. 
Ο συνεσταλμένος, εσωστρεφής νέος, που οι συνομήλικοί του αντιμετώπισαν τόσο σκληρά επειδή δεν ταίριαζε με τα ετεροκανονικά πρότυπα που εκείνοι είχαν στο μυαλό τους και τα είχαν διδαχτεί από τα πρώτα χρόνια της ζωής τους, κάτι θυμίζει σε όλους. Δεν είναι τυχαίο ότι ένας από τους τύπους μπούλινγκ που δέχτηκε ο νεαρός Βαγγέλης, το ζωντανό τζουκμπόξ, είναι από τα χαρακτηριστικότερα καψόνια που γίνονται στο στρατό για να εκπαιδευτούν οι νέοι, από το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και έπειτα. Κλείνουν το θύμα σε μια ντουλάπα και πετώντας του κέρματα τού ζητάνε να τραγουδήσει "παραγγελιές", διαφορετικά δεν τον αφήνουν να βγει. Άλλα αντίστοιχα είναι όταν υποχρεώνουν το θύμα σε πολύ κρύες μέρες να πλυθεί με κρύο νερό, η διαπόμπευση μέσα στην ομάδα, το ξύπνημα μέσα στη νύχτα με φωνές ή  ξύλο, ή το στυγνό ξυλοφόρτωμα. Όλα γίνονται για την επιβεβαίωση: Επιβεβαίωση της ένταξης σε μια ισχυρή ομάδα, επιβεβαίωση της σεξουαλικότητας, επιβεβαίωση της προσωπικότητας.
 
Οι θύτες της τραγικής αυτής ιστορίας, όταν απειλήθηκαν, έτρεξαν να κάνουν αυτό που ήξεραν για να λύνουν τα προβλήματα που προέκυπταν, όταν δε μπορούσαν να τα λύσουν πλέον με το νταηλίκι: Μίλησαν με τον τοπικό βουλευτή και του ζήτησαν να παρέμβει για να μην αποβληθούν από τη σχολή τους, που εξέτασε το θέμα όταν η ιστορία έγινε γνωστή στη διοίκηση, αρκετό καιρό πριν από την εξαφάνιση του Βαγγέλη. Εδώ έχουμε ακόμα μια συλλογική ταύτιση. Η ελληνική κοινωνία κυριαρχείται από τη λογική της ανάθεσης, χρησιμοποιεί "τη δική της φωνή" του τοπικού βουλευτή για κάθε είδους μικρά ή μεγάλα θελήματα, από τη μεταγραφή από το πανεπιστήμιο, στο διορισμό στο δημόσιο, μέχρι ακόμα και την παρέμβαση στη δικαιοσύνη άμα χρειαστεί. Ο τοπικός βουλευτής είναι πάντα εκεί για να φροντίσει τους ψηφοφόρους του, σε ένα πάρε-δώσε που βολεύει και τους δύο.
Η ιστορία έγινε γνωστή από τα ΜΜΕ καθώς θεωρήθηκε ότι μπορεί να εξασφαλίσει μεγάλα ποσοστά τηλεθέασης, ενώ τα κανάλια καθημερινά πνίγουν άλλα περιστατικά παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που θεωρούνται αντιδημοφιλή. Οδήγησε επίσης πολιτικούς όπως ο Λοβέρδος, υπεύθυνος του μπούλινγκ που είχαν υποστεί οι οροθετικές γυναίκες, αλλά και τη ΧΑ, να εκδώσουν ανακοινώσεις καταδίκης του μπούλινγκ, προσπαθώντας να οικειοποιηθούν το κύμα διαμαρτυρίας αλλά και το αυθεντικό αίσθημα συγκίνησης.
 
Μετά την τραγική κατάληξη όμως, τι μένει;  Μένει η απώλεια της ζωής ενός νεαρού που απομονωμένος από τον κοινωνικό του περίγυρο προτίμησε να πεθάνει παρά να υπομένει άλλο το βασανιστήριο. Μένει και το γεγονός ότι σήμερα η βία, λεκτική και σωματική, είναι το πεδίο επικοινωνίας μιας ολόκληρης κοινωνίας, που τη θεωρεί ηθική και πρέπουσα, μια τιμωρία σε αυτούς που δε συνάδουν με τους υπόλοιπους και αποτελούν εν δυνάμει απειλή για την πνευματική και ψυχική τους υγεία. 
 
Μένει όμως και η αυθεντική αντίδραση του κόσμου που με αφορμή αυτή την ιστορία δείχνει ότι αυτό που θεωρούνταν φυσιολογικό δεν είναι απαραίτητα τέτοιο. Αυτή η αντίδραση είναι ευκαιρία για δράση. Δράση που θα απαιτήσει στράτευση, αλλά και υπομονή, γιατί η αλλαγή των συνειδήσεων παίρνει χρόνο και θέλει κόπο. Είναι όμως τώρα η ευκαιρία να δράσουμε όπου ο καθένας μπορεί, όλοι μαζί αλλά και ο καθένας ξεχωριστά, για να μη θρηνήσουμε άλλα θύματα. Γιατί ο θάνατος του Βαγγέλη Γιακουμάκη δεν πρέπει να πάει χαμένος.

Τρίτη, 3 Μαΐου 2016

Η λεμονιά

Εδώ πιο κάτω από το σπίτι έχει ανοίξει ένα από αυτά τα μαγαζιά που πρώτη φορά είδα στο Λονδίνο, που τα λέγανε 24/7. Πάντα τα επισκεπτόμουν, κυρίως γιατί είμαι τσαπατσούλης με το χρόνο και έβρισκα μια ευκαιρία να κάνω τα ψώνια που δε μπορούσα να κάνω την ημέρα. Χώρια που, όσο και να το σκεφτείς, τη νύχτα έχει μεγαλύτερη ησυχία, δε σε ενοχλεί κανείς, μπορείς ας πούμε να ψάξεις τα ράφια για να βρεις πού είναι το τσάι του βουνού, ή το απιονισμένο νερό.
Βγαίνοντας από το σπίτι στις 3 τη νύχτα στην Αθήνα, έχει και τα καλά του. Βλέπεις ας πούμε έναν κόσμο που δε μπορείς να δεις την ημέρα. Πάνω από το σπίτι μου, στη γωνία της πολυκατοικίας με το ζαχαροπλαστείο, υπάρχει ένα ζευγαράκι που μιλάει. Εκείνος μοιάζει να της παραπονιέται, αυτή είναι σκεφτική. Δεν είναι αγκαλιασμένοι, απλά μιλάνε. 
Στην άλλη γωνία είναι ένα από εκείνα τα μαγαζιά που πουλάνε έπιπλα για φοιτητές. Το καταλαβαίνεις όταν από την πρώτη ματιά που ρίχνεις διακρίνεις ευθέως την τιμή. Είναι εξαιρετικά χαμηλή, κι εγώ αναρωτιέμαι, αν με τέτοια χαμηλή τιμή κάποιο λάκκο έχει η φάβα. Αν δηλαδή το γυάλινο τραπέζι με τις τέσσερις καρέκλες που κάνει 170 ευρώ, έχει καμιά τρύπα στη μέση και θα σπάσει όταν κάποιος ακουμπήσει κάτι επάνω του. 
Κάποια στιγμή περνάει μια παρέα από τρία φανταχτερά κορίτσια που μιλάνε δυνατά και γελάνε. Μα είναι δυνατόν τόσος κόσμος να κυκλοφορεί τη νύχτα, στις 2 του Μαΐου, Δευτέρα του Πάσχα; Και μάλλον έχω ξεχάσει ότι το σπίτι μου είναι στη μέση μιας φοιτητούπολης, πολύβουης και πολύκοσμης. Οι άνθρωποι που τώρα τους βλέπω, είναι οι ίδιοι που κάθε μέρα τούς ακούω την ίδια ώρα να περπατούν στο δρόμο.
Φτάνω στο μαγαζί, η πωλήτρια με κοιτάει ξαφνιασμένη. Πληρώνω και δεν παίρνω σακούλα, έτσι κι αλλιώς μένω δυο στενά πιο πάνω. 
Στην επιστροφή αποφασίζω να γυρίσω από το δρόμο που έμενε ο συμμαθητής μου ο Ηλίας. Ο δρόμος ήταν ρέμα όταν ήμασταν μικροί, και από μέσα περνούσε ένα μικρό ρυάκι. Το παλιό σπίτι δόθηκε αντιπαροχή και σήμερα βρίσκεται στη θέση του μια πολύ άσχημη πολυκατοικία με πολλά διαμερίσματα. Το όνομα του Ηλία όμως δεν υπάρχει σε κανένα κουδούνι.
Κάθομαι για λίγο και ακούω τη σιγή. Η πολυκατοικία δεν έχει κανένα φως. Το μόνο που ακούγεται είναι το ράδιο από το δεύτερο όροφο της απέναντι πολυκατοικίας όπου κάποιος έχει αφήσει το παράθυρο ανοιχτό. 
Το σπίτι του Ηλία δεν τη γλίτωσε, τη γλίτωσε όμως αυτό που ήταν απέναντι και διαγώνια. Παρέμεινε έτσι που ήταν, δηλαδή ένα διώροφο, σε πείσμα των πολυκατοικιών δίπλα του και γύρω του, με κήπο και πέργκολα. Μάλιστα την πέργκολα δεν τη θυμόμουν ποτέ παρά το γεγονός ότι περνούσα πολύ συχνά από εκεί όταν έκανα παρέα με τον Ηλία. Πρέπει να είναι απόκτημα της πρόσφατης ανακαίνισης. Ο ένοικος αυτού του παλιού σπιτιού το σεβάστηκε. Δεν έκανε καμία αλλαγή εξωτερικά, άλλαξε απλώς τα παλιά κουφώματα με καινούργια από αλουμίνιο, άσπρα όπως και τα παλιά. Κράτησε ακόμα και τη λεμονιά στην αυλή.
Μια νύχτα ανοιξιάτικη με μια λεμονιά σε έναν κήπο στη μέση της πόλης με τα λεμόνια να μοσχομυρίζουν. Κάτι λεμόνια μεγάλα σα γκρέιπ φρουτ, αλλά κρέμονται έτοιμα να πέσουν. 
Δεν ήμουνα ποτέ καλός κλέφτης, μια φορά μόνο θυμάμαι που μπήκα σε ένα χωράφι να κλέψω ντομάτες και πέρασε ο δραγάτης και με είδε κι έφυγα τρέχοντας από τη ντροπή μου και άφησα και τις ντομάτες.
Όμως αυτή τη φορά δεν υπάρχει δραγάτης. Υπάρχει η ιεροτελεστία της πράξης την ώρα και τη στιγμή που πρέπει. Ίσως τελικά η λεμονιά να ήταν εκεί για να μπορέσει κάποια νύχτα κάποιος σαν εμένα να της κλέψει τους καρπούς της σε μιαν ανάκληση της εφηβείας του. 
Στο γυρισμό το ζευγαράκι είναι ακόμα εκεί, αλλά τώρα έχουν αγκαλιαστεί. Απέναντί τους είναι το σπίτι της θεατρίνας που τώρα έχει γίνει μουσείο. Κι εγώ που στην ποδιά μου έχω πέντε πανάκριβα λεμόνια.

Τρίτη, 1 Μαρτίου 2016

Με αφορμή το σχόλιο Λαζόπουλου

Το σχόλιο του Λαζόπουλου για τους ανάπηρους έτυχε μια φορά να το βρω κι εγώ μπροστά μου. Ήταν πριν από πολλά χρόνια στην τάξη του τραγουδιού. Δασκάλα μου ήταν μια γηραιά κυρία. Αυτή η κυρία ήταν πολύ σκληρή σε διάφορα πράγματα, όχι πάντα σε αυτά που αφορούσαν τους μαθητές. 
Στην τάξη είχαμε ένα παιδί με μια εξαίσια φωνή τενόρου, από εκείνες τις βελούδινες φωνές που πολύ σπάνια βρίσκει κανείς, αλλά που είναι ευλογία να τις ακούς. Αυτό το παιδί δεν είχε καμία μουσική παιδεία και, επιπλέον, ήταν και από φτωχή οικογένεια της επαρχίας και προσπαθούσε μόνος του να τα βγάλει πέρα δουλεύοντας σε δουλειές δεξιά και αριστερά. Όσον αφορά το τραγούδι, τραγουδούσε καταπληκτικά δημοτικά τραγούδια, τόσο που, εμένα που δεν έχω καμία επαφή με το είδος αλλά και δεν είναι από τις μεγάλες μου αγάπες, να τον ακούω εκστατικός κάθε φορά που ιδιωτικά μας τραγουδούσε.
Το παιδί αυτό ήταν γκέι. Δεν ξέρω αν ο σεξουαλικός του προσανατολισμός ήταν από τους κύριους λόγους που τον είχαν κάνει ν' αφήσει την επαρχιακή πόλη που ζούσε και να έρθει στην Αθήνα να μείνει, αν και, εκείνη την εποχή ήταν πολύ συνηθισμένος ένας τέτοιος λόγος. Δεν το έλεγε ποτέ ανοιχτά, ούτε είχαμε κάνει ποτέ καμία συζήτηση επί του προκειμένου, έτσι κι αλλιώς κι εγώ τότε ήμουν κλεισμένος στο δικό μου το ντουλάπι και κοιτούσα παραέξω μόνο από το παραθυράκι, αλλά προσεκτικά για να μη φαίνομαι. Το ζήτημα όμως είναι ότι για τους άλλους, «φαινόταν». Δεν είναι ας πούμε ότι κουνιόταν πολύ, ή ότι μιλούσε με ψιλή φωνή, χαρακτηριστικά που, διαχρονικά, στη μάτσο ελληνική κοινωνία είναι από μόνα τους ικανά για να χαρακτηρίσουν το σεξουαλικό προσανατολισμό ενός άνδρα και να του βάλουν τη στάμπα της αδερφής, ή του αδερφίζοντος, ανεξάρτητα από το αν είναι ή όχι ομοφυλόφιλος. Αλλά σε μια κοινωνία όπου η υπόνοια και μόνο της ομοφυλοφιλίας σήμαινε τα μύρια κακά της μοίρας ενός άνδρα, μαζί και της οικογένειάς του, έφταναν μερικές απλές νύξεις, το γεγονός ότι δεν είχε ούτε είχε εμφανίζει ποτέ μια γυναίκα μαζί του ας πούμε.
Κάποια μέρα έγινε μια παρεξήγηση ανάμεσα στην «καλή» μας τη δασκάλα και το συμμαθητή μου. Δεν ήταν κάτι βίαιο, έγινε εκτός τάξης και κανείς από τους υπόλοιπους δεν ήταν κοντά. Μερικές μέρες έπειτα, ο συμμαθητής μου διέκοψε τα μαθήματα, με τη δικαιολογία ότι δε μπορούσε να ανταπεξέλθει στα δίδακτρα, τα οποία παρεμπιπτόντως ήταν όντως υψηλά. Όταν ερωτήθηκε η δασκάλα από εμάς τι έγινε και ο συμμαθητής μας σταμάτησε να έρχεται, απάντησε: «Όταν κάποιος είναι ανώμαλος αλλού, αυτό έχει επίπτωση και στην συμπεριφορά του!»...
Δε μπόρεσα να αρθρώσω κουβέντα ούτε μπορούσα να παραδεχτώ ότι το σχόλιο εκείνο με αφορούσε κι εμένα, αλλά εκείνη τη στιγμή η σκληρότητα εκείνη με συνέτριψε. 
Είδα το συμμαθητή μου εκείνο πολλά χρόνια αργότερα κατά τύχη μέσα σε ένα εστιατόριο μια μέρα, όπου δούλευε στην κουζίνα. Με δυσκολία τον αναγνώρισα. Είχε χάσει μερικά μαλλιά, τα μάτια του είχαν κάνει ρυτίδες, αλλά, και αυτό ήταν το αναγνωριστικό, είχε ακόμα εκείνη την υπέροχη χαρακτηριστική βελούδινη φωνή. Δεν του ανέφερα ποτέ εκείνο το περιστατικό, περισσότερο από ντροπή, για εκείνον και για μένα. Το θυμάμαι όμως ακόμα μετά από 25 χρόνια που έχουν περάσει, μαζί με τα συναισθήματα που το συνοδεύουν.

Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2015

Ο σκύλος

Ήταν μια φορά ένας κύριος. Ζούσε σε μια πολυκατοικία σε ένα προάστιο της Αθήνας, ήταν παντρεμένος με παιδιά, η χαρακτηριστική περίπτωση αυτού που θα λέγαμε μεσαία τάξη. 
Ήταν λίγο μοναχικός, η κοινωνική του ζωή δεν ήταν αυτό που θα λέγαμε το πιο δυνατό του σημείο. Δεν ήταν ότι δεν του άρεσε να βρίσκεται με ανθρώπους, να μιλά, να γελά, ή απλώς να ακούει τον ήχο της φωνής τους. Αλλά να, μερικές φορές, εκεί μέσα στην οχλαγωγία του πλήθους τον έπιανε ένα συναίσθημα σα να πνίγεται, μια μεγάλη μοναξιά. Αποστασιοποιούνταν από τον περίγυρό του και έτρεχε να φύγει μακριά, να γλιτώσει. Κανείς δε μπορούσε να καταλάβει το γιατί, ούτε καν ο ίδιος. Επέστρεφε στο σπίτι ματαιωμένος και μόνος και τον έπιανε ένας θυμός και μια ζήλεια για τους άλλους, ακόμα και για τη γυναίκα του. 
Η αλήθεια είναι ότι αυτό το σημείο της προσωπικότητάς του ήταν το σημείο τριβής στη σχέση τους. Εκείνη ήταν μια απίστευτα κοινωνική και ανεξάρτητη γυναίκα που ζούσε μέσα από τη συναναστροφή της με άλλους. Τι φίλες, τι συναδέλφους στο γραφείο, τι συγγενείς μακρινούς και κοντινούς, όλους ήθελε να τους έχει γύρω της. Και να τα τραπέζια, από τα οποία ο άντρας της με διάφορες δικαιολογίες κατόρθωνε πάντοτε να λείπει, και να οι εκδρομές, που εκείνος ποτέ δεν ακολουθούσε αλλά πήγαινε στο τέλος να την πάρει και να επιστρέψουν στο σπίτι. 
Όπως ήταν φυσικό κάποια στιγμή άρχισαν οι καβγάδες. Εκείνη προσπαθούσε να τον τραβήξει έξω από το κουκούλι του, εκείνος προσπαθούσε να την τραβήξει μέσα. Οι καβγάδες, όσο περνούσε ο καιρός και τα χρόνια και τα παιδιά μεγάλωναν, έγιναν χειρότεροι και πιο βίαιοι. Ξεκινούσαν με φωνές και κατέληγαν με βρισίδια, πιάτα στο πάτωμα και μερικές φορές και με φυσική βία. Εκείνη, μια ανεξάρτητη γυναίκα, στην αρχή έκανε υπομονή. Δεν ήταν ότι δεν τον αγαπούσε, ούτε ότι δεν ήθελε να τον βοηθήσει, αλλά με τον καιρό εκείνος είχε χάσει κάθε τρυφερότητα, είχε γίνει ένας εγωιστής που την τράβαγε κάτω, στα δικά του σκοτάδια.
Μια μέρα εκείνη άνοιξε την πόρτα και έφυγε. Δεν είχε πού να πάει, αλλά έφυγε μακριά για να γλιτώσει από έναν τύρρανο που με τα χρόνια όλοι τον φοβόντουσαν. Από τις φωνές του κατά τη διάρκεια των καβγάδων είχε βγάλει το όνομα του αγροίκου στη γειτονιά. Οι άνθρωποι συζητούσαν πίσω από την πλάτη του και κάθε φορά που τον έβλεπαν στο δρόμο ή στις σκάλες της πολυκατοικίας τον απέφευγαν. Ακόμα και τα ίδια του τα παιδιά, έχοντας βιώσει από πρώτο χέρι τις συνέπειες της ενδοοικογενειακής βίας, απέφευγαν να του μιλήσουν κοιτώντας τον στα μάτια. 
Μια φορά, σε μια βόλτα με το γιο του, πέρασαν έξω από ένα σπίτι που είχε ένα σκύλο μεγάλο και πολύ τριχωτό. Το σκυλί μόλις αισθάνθηκε ανθρώπινη παρουσία άρχισε να γαβγίζει με λύσσα, όταν ακόμα ήταν μακριά. Το γάβγισμα έγινε πιο έντονο όσο πλησίαζαν. Ο γιος, παιδάκι γύρω στα δέκα, είχε τρομοκρατηθεί, έτσι κι αλλιώς οι πολύ μεγάλοι θόρυβοι πάντα τον τρόμαζαν, από τότε που μέσα στη νύχτα ξυπνούσε και άκουγε τον πατέρα του και τη μάνα του να μαλώνουν στο σπίτι.
Ο πατέρας όμως δεν τρόμαξε. Και προς μεγάλη έκπληξη του γιου πλησίασε το σκύλο που είχε λυσσάξει και άρχισε να του μιλάει δυνατά, σα να απευθυνόταν σε άνθρωπο. Όσο πιο πολύ γάβγιζε ο σκύλος, τόσο πιο δυνατά μίλαγε ο πατέρας. Μέχρι που κάποια στιγμή, ίσως από κούραση, ίσως από παραίτηση, ίσως επειδή κατάλαβε ότι ο άνθρωπος απέναντί του είναι το ίδιο μόνος όπως εκείνο, το σκυλί άρχισε να χαμηλώνει τον τόνο του γαβγίσματος. Ο πατέρας άρχισε να χαμογελάει και να μιλάει πιο γλυκά, μέχρι που κάποια στιγμή το σκυλί άρχισε να κουνάει την ουρά του. Και τότε συνέβη: Ο πατέρας πλησίασε το σκύλο και τον αγκάλιασε τόσο τρυφερά που κανείς δε θυμόταν να τον είχε δει έτσι. Έμειναν εκεί για ώρα αμίλητοι, σκύλος και άνθρωπος ένα κουβάρι, και ο γιος παραπέρα να κοιτάει.

Παρασκευή, 24 Ιανουαρίου 2014

Τα στερεότυπα και οι ιδεολογικές ισοπεδώσεις

Το να χρησιμοποιεί κάποιος το φύλο ή τον σεξουαλικό προσανατολισμό ενός ατόμου προκειμένου να μειώσει την αξιοπιστία του ή τη δύναμη των επιχειρημάτων του είναι απλώς σεξισμός. Και, βέβαια, η οποιαδήποτε αναπαραγωγή σεξιστικών προτύπων για να αντιπαρατεθεί κανείς με κάποιον άλλον, όχι μόνο αναπαράγει τις κυρίαρχες δομές εξουσίας του συστήματος όπως η πατριαρχία, αλλά αποτελεί και την πλέον ύπουλη πρακτική, ειδικά όταν αναφερόμαστε σε πολιτικά θέματα. Καταλήγει δε, αντί να επιτύχει να μειώσει τα επιχειρήματα του αντιπάλου, να μειώνει τα επιχειρήματα αυτού που χρησιμοποιεί τη σεξιστική επίθεση για πολιτικούς λόγους.
Μια τέτοια περίπτωση παρουσιάστηκε τις τελευταίες ημέρες με την περίπτωση της Αφροδίτης Αλ Σάλεχ. Το στέλεχος του ΠΑΣΟΚ μας έχει συνηθίσει σε επιθετικές και απαξιωτικές δηλώσεις το τελευταίο διάστημα. Μετά από κάθε τέτοια δήλωσή της, λοιπόν, όλο και κάποιος -για πλάκα, και καλά...- ανεβάζει στο Ίντερνετ τη γνωστή, γυμνή της φωτογράφιση, αφήνοντας υπονοούμενα περί της «ηθικής» της. Με το να παρουσιάζει κανείς μια γυμνή φωτογραφία κάποιου με τον οποίο έχει μια αντιπαράθεση για ένα άλλο θέμα και μάλιστα πολιτικό, με το να εστιάζει δηλαδή όχι στις πολιτικές απόψεις αλλά στη γυμνή σάρκα, είναι σαν να υπονοεί ότι μια γυναίκα που φωτογραφίζεται γυμνή δεν είναι δυνατόν να την πάρει κανείς στα σοβαρά, οπότε οι απόψεις της είναι εξ ορισμού απορριπτέες.
Ιστορικά, κάθε φορά που υπήρχε μια διεκδίκηση από το γυναικείο κίνημα για περισσότερη ελευθερία, δικαίωμα ψήφου, χειραφέτηση κ.λπ., η επίθεση που δέχονταν όχι μόνο οι γυναίκες που κινητοποιούνταν αλλά και όλες οι γυναίκες αδιακρίτως είχε να κάνει με το φύλο τους και την «ηθική» τους, την «ηθική» όπως ορίζεται από τη χριστιανική εκκλησία -προνομιακό διαχειριστή του πανίσχυρου ιδεολογικού εργαλείου της θρησκευτικής πίστης- προς όφελος της εκάστοτε εξουσίας και στόχευε μεταξύ άλλων στη ρίζα της ανθρώπινης ύπαρξης, που είναι το σώμα και η αυτοδιάθεσή του. Η διαιώνιση σεξιστικών προτύπων από αριστερούς ανθρώπους (που συχνά γίνεται με εξαιρετική ελαφρότητα) αποτελεί πολύ μεγάλη αντίφαση, η οποία υποβαθμίζει όχι μόνο την πολιτική ως σκέψη και πράξη, αλλά ακυρώνει θεμελιώδη απελευθερωτικά προτάγματα της Αριστεράς.
Η περίπτωση της Αφροδίτης Αλ Σάλεχ είναι η πιο πρόσφατη από μια σειρά τέτοιων παραδειγμάτων που μπορεί κανείς να αντλήσει από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Οι σεξιστικές επιθέσεις δεν είναι οι μόνες. Συχνά έχουμε ομοφοβικές επιθέσεις, όπως αυτή στον γνωστό τραγουδιστή Πέτρο Γαϊτάνο την επαύριο των δηλώσεών του για την υποστήριξη της Χ.Α. Εναντίον του σηκώθηκε ένα τεράστιο κύμα αντίδρασης, πολλά από τα σχόλια όμως, συχνά από αριστερούς ανθρώπους και χωρίς καμία αντίδραση από τους υπόλοιπους, δεν αφορούσαν τις φιλοφασιστικές του απόψεις, αλλά την εκτίμηση ότι είναι ομοφυλόφιλος.
Η χρησιμοποίηση σεξιστικών και ομοφοβικών αναφορών σε μια πολιτική αντιπαράθεση αναπαράγει την κυρίαρχη ιδεολογία. Σύμφωνα με αυτήν, οι γυναίκες και οι ομοφυλόφιλοι είναι πλάσματα αδύναμα στο σώμα και, κατ' επέκταση, στο πνεύμα και άρα ανάξια να συμμετέχουν στον δημόσιο διάλογο. Πρόκειται για σύνδεση που χρησιμοποιείται στις μέρες μας κατά συρροή και από το δεκανίκι του συστήματος που αποτελούν τα φασιστικά κόμματα. Αρκεί κανείς να θυμηθεί, σε αντιπαραβολή με την περίπτωση Γαϊτάνου, τον βουλευτή της Χρυσής Αυγής Ηλ. Παναγιώταρο έξω από το θέατρο Χυτήριο να αποκαλεί τους ηθοποιούς της παράστασης Corpus Cristi «γαμημένες αλβανικές κωλοτρυπίδες»...
Για την Αριστερά αποτελεί αξιακό ζήτημα να καταπολεμά αυτή τη ρητορική και την πρακτική και όχι να την αναπαράγει. Γιατί ουσιαστικά η αναπαραγωγή αυτή αποδυναμώνει το οποιοδήποτε αξιακό πλεονέκτημά της και οδηγεί στο λάθος συμπέρασμα ότι όλοι είναι ίδιοι. Στη συγκυρία που βρισκόμαστε, από την αδυναμία της Αριστεράς να πείσει για το ιδεολογικό της πλεονέκτημα, κερδισμένος θα βγει μόνο ο φασισμός.

Δημοσιεύτηκε στην Αυγή στις 24 Ιανουαρίου 2014

Παρασκευή, 11 Οκτωβρίου 2013

Ομοφυλοφιλία και Αριστερά στη σημερινή συγκυρία

Είναι γνωστό ότι κατά τη διάρκεια της παντοκρατορίας των ναζί στη Γερμανία, εκτός από τους Eβραίους στάλθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ανά την επικράτεια του Ράιχ όλες εκείνες οι κοινωνικές ομάδες που δεν εντάσσονταν στην ιδέα των ναζί περί του τέλειου ανθρώπου. Ψυχικά ασθενείς, Ρομά, ομοφυλόφιλοι ήταν κάποιες από τις ομάδες που εξοντώθηκαν. Περίπου 10.000 ομοφυλόφιλοι εξοντώθηκαν στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Πολλοί περισσότεροι ταπεινώθηκαν, εξορίστηκαν, φυλακίστηκαν, ή ευνουχίστηκαν. Ένας επιζών από τα ναζιστικά στρατόπεδα, ο LD Classen von Neudegg, έγραψε για αυτές του τις εμπειρίες. Ένα μικρό απόσπασμα: "Τρεις άνδρες προσπάθησαν να δραπετεύσουν μια νύχτα. Τους έπιασαν και όταν επέστρεψαν είχαν τη λέξη "schwull", που σημαίνει πούστης στα γερμανικά, γραμμένη πάνω στα ρούχα τους. Τους βάλανε σε μια γωνιά και τους μαστίγωσαν. Μετά τους υποχρέωσαν να χτυπάνε ένα ταμπούρλο και να φωνάζουν: "Ζήτω! Γυρίσαμε. Ζήτω!". Έπειτα τους κρέμασαν."
Ο Ερνστ Ρεμ, ο ηγέτης των Ταγμάτων Εφόδου του Χίτλερ, οδηγήθηκε στο θάνατο το 1932, στη "νύχτα των μεγάλων μαχαιριών", με την κατηγορία ότι ήταν ομοφυλόφιλος και διατηρούσε σχέση με τον οδηγό του με τον οποίο τον έπιασαν στο κρεβάτι. Με αυτόν τον τρόπο ο Χίτλερ ξεκαθάρισε το τοπίο από αυτούς που θεωρούσε εσωτερικούς του αντιπάλους για την εξουσία όπως ο Ρεμ. Σύμφωνα με τον Κλάους Μαν, γιο του νομπελίστα συγγραφέα του Θανάτου στη Βενετία Τόμας Μαν, ακτιβιστή και ομοφυλόφιλου, στο βιβλίο του "Ομοφυλοφιλία και Φασισμός": "Εκείνο που έκανε τον Ρεμ πραγματικά αηδιαστικό δεν ήταν αυτό που του καταμαρτυρούσαν πρώτα ο Αριστερός τύπος και αργότερα ο Χίτλερ, αλλά το γεγονός ότι επρόκειτο για ένα κυνικό, χοντροκομμένο καθίκι, όπως όλοι οι αρχηγοί των ναζί" Δηλαδή ο Αριστερός Τύπος καταμαρτυρούσε στον Ρεμ το γεγονός της ομοφυλοφιλίας του, πράγμα για το οποίο ο ίδιος αργότερα θανατώθηκε από τον ίδιο τον αρχηγό του, πράγμα συνηθισμένο για την εποχή μια και είναι γνωστός ο διαγκωνισμός μεταξύ Σοβιετικών και Ναζί  που ξεκίνησε από την επιθετική τακτική των δεύτερων που κατηγορούσαν τους Σοβιετικούς για το ότι είχαν αποποινικοποιήσει την ομοφυλοφιλία. Και οι Σοβιετικοί ανταπαντούσαν με το ότι, πράγμα που υιοθετήθηκε ως επιχείρημα από όλη την αριστερά για δεκαετίες, οι Ναζί ήταν κρυφά ομοφυλόφιλοι. Αποτέλεσμα ήταν η επαναποινικοποίηση της ομοφυλοφιλίας στη Σοβιετική Ένωση με το άρθρο 121 του ΠΚ που η ισχύς του διήρκεσε μέχρι το 1991. 

Σήμερα, η ιστορία του Μεσοπολέμου και της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης φαίνεται να επαναλαμβάνεται στη χώρα μας. Με ένα καθαρά ναζιστικό κόμμα στη βουλή, που δεν έκρυψε ποτέ την πρόθεσή του να ακολουθήσει τα χνάρια του Φύρερ, ακόμα και ο αρχηγός του στο κρυφό του καταστατικό ονομαζόταν με αυτό το όνομα από τα μέλη, και με ένα δεύτερο κόμμα με ενσωματωμένα ακροδεξιά στοιχεία, που βρίσκεται στην κυβέρνηση, κάθε συζήτηση για κοινωνικά δικαιώματα και ελευθερίες μοιάζει να βρίσκεται εκτός τόπου και χρόνου. Το ΠΑΣΟΚ και η Δημοκρατική Αριστερά, περισσότερο η δεύτερη, μοιάζουν να ψελλίζουν κάποια ψήγματα αντίδρασης, περισσότερο για τα προσχήματα μια και τρέμουν την πιθανότητα να δημιουργηθεί κυβερνητικό πρόβλημα και να πάμε σε εκλογές καθόλου ευχάριστες για αυτούς και τα ποσοστά τους, ενώ οι Ανεξάρτητοι Έλληνες θα μπορούσαμε να πούμε ότι στο δικαιωματικό κομμάτι περισσότερο συντάσσονται με τη ΝΔ.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα από την ομοφοβική δράση της ΧΑ στο τελευταίο διάστημα έχουμε τις ομοφοβικές επιθέσεις που έγιναν πέρυσι στους δρόμους της Αθήνας, την επίθεση που δέχτηκε ο πρώην βουλευτής του Σουηδικού κοινοβουλίου ελληνικής καταγωγής Σταφυλίδης, την ώρα που επέστρεφε στο ξενοδοχείο του μια νύχτα στο Γκάζι, αλλά και τις δηλώσεις των βουλευτών του ναζιστικού κόμματος από το βήμα του κοινοβουλίου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι δηλώσεις του Παναγιώταρου που αποκάλεσε τον Γκίντο Βεστερβέλε, πρώην υπουργό εξωτερικών της Γερμανίας και ανοιχτά ομοφυλόφιλο, "κυρία Βεστερβέλε", (πράγμα που διέφυγε της προσοχής του Γ. Δραγασάκη που ήταν εκείνη τη στιγμή προεδρεύων και δεν του έκανε παρατήρηση), τις δηλώσεις του Παππά για το ΣΥΡΙΖΑ ότι είναι το κόμμα των γκέι παρέιντ στη συζήτηση για την άρση της ασυλίας του Πέτρου Τατσόπουλου, αλλά και τις δηλώσεις πάλι του Παναγιώταρου μπροστά από το Θέατρο Χυτήριο που παρουσίαζε την παράσταση Corpus Cristi, όπου αποκάλεσε τους ηθοποιούς "γαμημένες Αλβανικές κωλοτρυπίδες" και μάλιστα σε τηλεοπτική κάλυψη.
  
Κάπου εκεί ερχόμαστε σήμερα στο ρόλο της Αριστεράς: Όσον αφορά το ΚΚΕ, είναι απόλυτη η άρνησή του να δει το κίνημα υπέρ της χειραφέτησης των ατόμων ΛΟΑΤ, ή αλλιώς lgbt, σαν ένα κίνημα κοινωνικής διεκδίκησης, ισάξιο του κινήματος για τα δικαιώματα των μεταναστών, των αντιρρησιών συνείδησης, των Ρομά, των ΑΜΕΑ, ή του εργατικού κινήματος. Μετά από χρόνια όπου οι ομοφυλόφιλοι αντιμετωπίζονταν σαν άτομα με κάποια αναπηρία και εξοβελίζονταν από τις οργανώσεις του ΚΚΕ, είτε ευθέως, είτε με κάποιο άλλο πρόσχημα, όπως τη μη συμμόρφωσή τους προς την πολιτική του κόμματος, και ενδεχομένως κάποιοι ονομάζονταν και πράκτορες του ταξικού εχθρού, το Κομμουνιστικό Κόμμα έχει αλλάξει τη θέση του από τη συλλήβδην απόρριψη, σε μια ελαφράς μορφής απόρριψη, αλλά πάντως απόρριψη. Ο βουλευτής του κόμματος Θανάσης Παφίλης έχει πει σχετικά με το γάμο ομοφύλων: “Δεν συμφωνούμε. Καθένας μπορεί να έχει την ιδιαιτερότητά του, αυτό δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο κοινωνικό σήμερα και δημόσιας συζήτησης, πολύ περισσότερο που έμμεσα προωθείται κιόλας. Μπροστά στη γενική κατρακύλα το μοντέλο του ανθρώπου που προωθείται μέσα σε ένα άγριο και βάρβαρο σύστημα. Είμαστε αντίθετοι – το ξαναλέω απ’ την αρχή – και πολύ περισσότερο με τις δήθεν προοδευτικές απόψεις περί υιοθεσιών κτλ.”¹

Και ερχόμαστε στο ΣΥΡΙΖΑ: Το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης εδώ και χρόνια είναι το μόνο κοινοβουλευτικό κόμμα το οποίο στηρίζει τις διεκδικήσεις των αιτημάτων του ΛΟΑΤ κινήματος. Στο ερωτηματολόγιο της ΟΛΚΕ, το οποίο στέλνεται κάθε φορά πριν από τις εκλογές, ο ΣΥΡΙΖΑ απαντά εμπεριστατωμένα και με μεγάλη ακρίβεια όσον αφορά τις διεκδικήσεις. Ωστόσο το πράγμα χωλαίνει όταν φτάνουμε στο σημείο όπου πρέπει να αναληφθούν συγκεκριμένες πρωτοβουλίες. Κάποιοι στο ΣΥΡΙΖΑ, ίσως πολλοί, αισθάνονται αμήχανα να βγουν και να υποστηρίξουν δημόσια τις διεκδικήσεις των ΛΟΑΤ. Και κάπου εκεί αρχίζουν τα προβλήματα. Το προηγούμενο διάστημα είχαμε μια σειρά από ατυχείς δηλώσεις βουλευτών και στελεχών. Σταχυολογώ εδώ τις δηλώσεις Παπαδημούλη (στην απάντησή του στη Ντόρα Μπακογιάννη τηλεοπτικά ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πολιτεύεται κωλομπαρίστικα της είπε ότι μας λέτε πολιτικά ανώμαλους ταυτίζοντας μια σεξουαλική "ανωμαλία" με μια πολιτική "ανωμαλία"), τις δηλώσεις του Πάνου Σκουρλέτη περί τρανς Αριστεράς, και βέβαια τις περίφημες δηλώσεις του Πέτρου Τατσόπουλου, οι οποίες έγιναν πέρυσι τον Οκτώβριο και για τις οποίες πολύς λόγος έγινε.
Μπορεί κανείς λοιπόν να δει ότι στο ΣΥΡΙΖΑ υπάρχει ένα έλλειμμα γνώσης. Υπάρχει μια ομάδα που ασχολείται συστηματικά με τα ζητήματα ΛΟΑΤ, αλλά αυτή δε βρίσκεται σε επικοινωνία με το υπόλοιπο κόμμα, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ενημερώσει τα στελέχη και τα μέλη του κόμματος. 
Όμως σήμερα η ΧΑ προσπαθεί με ύπουλο αλλά και τραμπούκικο τρόπο να περάσει το μισαλλόδοξο λόγο της στο δημόσιο διάλογο. Προσπαθεί, στο πρότυπο των Ναζί να νικήσει πρώτα στο πεδίο των ιδεών. Και σωστά: Η ιδεολογική ηγεμονία είναι αυτή που προηγείται της πολιτικής ηγεμονίας. Και η ιδεολογική ηγεμονία είναι αυτή που αλλάζει πιο δύσκολα. Ας αναλογιστεί ο καθένας τις ιδεοληψίες που κουβαλάει ο ίδιος και είναι ενδεχομένως συμπεράσματα που έχει βιώσει. Αυτά μεταφέρονται πολλές φορές από γενιά σε γενιά και διαμορφώνουν την άποψή μας για τον κόσμο αλλά σε ένα μεγάλο μέρος και την πολιτική μας ταυτότητα. Για να καταφέρει να ηγεμονεύσει η ΧΑ απευθύνεται στο θυμικό του πολιτικού ακροατηρίου και κυρίως στο φόβο. Φόβος γι αυτό που έρχεται, φόβος γι αυτούς που θέλουν να αλλάξουν τα πράγματα, φόβος για το διαφορετικό. Σε αυτό το σημείο η Αριστερά πολλές φορές απαντάει φοβισμένα και αυτή. Σκεφτόμενη το πολιτικό κόστος οδηγεί πολλές φορές σε αμφιβολίες για τις προθέσεις της το πολιτικό ακροατήριο. 
Όμως στο σημείο που έχουμε φτάσει ως κοινωνία είναι απαραίτητο τα πράγματα να ειπωθούν με το όνομά τους. Στο κομμάτι των ΛΟΑΤ για παράδειγμα δεν είναι αρκετό κανείς να υποστηρίζει με δήλωσή του ότι ο ίδιος δεν είναι ομοφοβικός, μια και αυτό κανέναν δεν ενδιαφέρει γιατί οι πολιτικοί ψηφίζονται για να παράγουν πολιτική πρόταση και όχι για τα ιδιωτικά τους συναισθήματα. Πρέπει λοιπόν να αναληφθούν πρωτοβουλίες σε διάφορα επίπεδα και κυρίως στο επίπεδο της κοινωνίας. Η ενημέρωση για ζητήματα ΛΟΑΤ πρέπει να γίνει πολιτική προτεραιότητα και στόχος της Αριστεράς στο πλαίσιο του εκδημοκρατισμού της κοινωνίας. Ενημέρωση για τους δημόσιους υπαλλήλους, τους επαγγελματίες υγείας, τα σώματα ασφαλείας. Αλλά και ενημέρωση για ζητήματα ΛΟΑΤ για όλα τα στελέχη και μέλη της. Αν η Αριστερά δεν αρχίσει από το εσωτερικό της αυτή τη διαδικασία δε θα πείσει κανέναν ότι εννοεί αυτά που ευαγγελίζεται. Ένα άλλο θέμα είναι η δημιουργία ενός αντιφασιστικού μετώπου όπου πάλι τα ζητήματα ΛΟΑΤ θα μπουν στο προσκήνιο σαν μια από τις πολιτικές προτεραιότητες.
Στη σημερινή συγκυρία τα ζητήματα ΛΟΑΤ είναι ένα εμβληματικό πεδίο των κοινωνικών κινημάτων για ελευθερία και δημοκρατία. Και ακριβώς γι αυτό πρέπει να γίνουν και ένα εμβληματικό πεδίο άσκησης πολιτικής με την Αριστερά να κατέχει την πρωτοβουλία.

Τρίτη, 6 Αυγούστου 2013

Η χορωδία της ΕΡΤ

Υπήρξα μέλος της χορωδίας της ΕΡΤ από το 1995 μέχρι το 2001. Προερχόμενος από εντελώς διαφορετικό χώρο, αφού είχα σπουδάσει σε μια προγενέστερη ζωή μαθηματικά και έκανα μια εντελώς τρελή αλλαγή καριέρας στρεφόμενος προς το λυρικό τραγούδι περίπου ένα με δύο χρόνια πριν να γίνω μέλος της χορωδίας, για μένα ήταν μια χρυσή ευκαιρία να ζήσω το όνειρό μου και να γίνω επαγγελματίας μουσικός. Και όταν λέω να γίνω μουσικός το εννοώ, γιατί δεν ξέρω τι άποψη έχει ο πολύς κόσμος για το πότε και το πώς γίνεται κάποιος μουσικός, ωστόσο σίγουρα δε γίνεται κανείς μόνο με τη φοίτησή του στα ελληνικά ωδεία (για ακαδημίες και πανεπιστήμια δεν το συζητώ, αυτά στην Ελλάδα είναι μακρινά όνειρα).
Αυτά τα έξι χρόνια στη χορωδία έμαθα πραγματικά καταπληκτικά πράγματα. Πέρα από το να τοποθετώ τη φωνή μου και να συμμετέχω σε ένα φωνητικό σύνολο υψηλών απαιτήσεων, η επαφή μου με τα αριστουργήματα της μουσικής τα οποία ερμηνεύσαμε μέσα σε αυτό το διάστημα με διαμόρφωσε σαν άνθρωπο. Κάτω από την καθοδήγηση του ιστορικού μαέστρου της χορωδίας Αντώνη Κοντογεωργίου ερμηνεύσαμε ανάμεσα σε άλλα την Ενάτη Συμφωνία του Μπετόβεν, το Γερμανικό Ρέκβιεμ του Μπραμς, τα Ρέκβιεμ του Μότσαρτ και του Βέρντι, τα Στάμπατ Μάτερ του Ντβόρζακ και του Ροσίνι, το Χριστουγεννιάτικο Ορατόριο του Μπαχ, τη Δημιουργία του Χάιντν, και τις όπερες Κάρμεν του Μπιζέ, Ελένη του Θάνου Μικρούτσικου, και Ορφέο του Μοντεβέρντι.
Θυμάμαι το πόσο με παρηγόρησε το Γερμανικό Ρέκβιεμ του Μπραμς. Το μελετούσαμε έναν ολόκληρο χειμώνα και ήταν ο χειμώνας μετά το θάνατο του πατέρα μου. Εκείνος ο θάνατος με είχε συγκλονίσει, όσο και αν δεν ήθελα τότε να το παραδεχτώ. Η σχέση με τον πατέρα μου ήταν δύσκολη, έφυγε χωρίς να καταφέρω να του πω πολλά πράγματα που ήθελα και αυτό με έκανε εκείνο το διάστημα των μηνών μετά το θάνατό του να βλέπω συνεχώς εφιάλτες. Δε μπορούσα να δεχτώ τη θνητότητα. Στο Γερμανικό Ρέκβιεμ υπάρχει ένα κομμάτι, που όχι τυχαία ο Μπραμς το έχει δώσει να το τραγουδήσει μια φωνή σοπράνο, φωνή γυναικεία. Η λέξη που κυριαρχεί σε αυτό το κομμάτι είναι η λέξη trösten, που σημαίνει παρηγορώ. Ο συνθέτης την τονίζει μέσα από τη μελωδική γραμμή με τέτοιο τρόπο ώστε να της δώσει τη δέουσα σημασία. Και η φωνή είναι γυναικεία γιατί η γυναίκα είναι αυτή που συνήθως στη δυτική κουλτούρα είναι που παρηγορεί, συνήθως στη γυναίκα προσφεύγει κανείς για λίγη τρυφερότητα. Το κομμάτι μπορείτε να το ακούσετε εδώ.
Όταν μπήκα η χορωδία αριθμούσε περίπου 60 μέλη και ήταν μία από τις δύο επαγγελματικές χορωδίες στην Ελλάδα. Παλαιότερα από το 1995 αριθμούσε ακόμα περισσότερα. Αυτός ο αριθμός δεν είναι μεγάλος, αν σκεφτεί κανείς ότι για το Ρέκβιεμ του Βέρντι ή την Ενάτη του Μπετόβεν χρειάζονται περίπου 200 χορωδοί. Πάντοτε η χορωδία της ΕΡΤ όταν ήταν να τραγουδήσει έργα που χρειάζονταν μεγάλο πλήθος συνέπραττε με άλλες χορωδίες για να συμπληρωθεί ο αριθμός. Την ημέρα που ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ανακοίνωσε το κλείσιμο της ΕΡΤ και την απόλυση των εργαζομένων και το ενταφίασμα των μουσικών συνόλων, δύο ορχηστρών και της χορωδίας, η χορωδία αριθμούσε 38 μέλη. Μέσα λοιπόν σε όλα αυτά τα χρόνια που πέρασαν, οι διοικήσεις και οι κυβερνήσεις είχαν απαξιώσει τη χορωδία σε τέτοιο βαθμό, που ήταν σχεδόν αδύνατον να εκτελέσει έργα του ρομαντισμού που χρειάζονται μεγάλο πλήθος, άρα την είχαν μετατρέψει σε ένα σύνολο δωματίου.
Το εργασιακό καθεστώς ήταν ένα άλλο μεγάλο μαχαίρι στο λαιμό. Η χορωδία, από την ίδρυσή της το 1977 από το Μάνο Χατζιδάκι σαν Χορωδία του Τρίτου Προγράμματος, δούλευε με μπλοκ παροχής υπηρεσιών. Οι συμβάσεις το διάστημα που ήμουν εγώ μέλος ήταν τρίμηνες διαρκώς ανανεούμενες και ο μισθός ήταν ένας, λίγο παραπάνω από το βασικό μισθό. Δεν αναγνωριζόταν προϋπηρεσία, δεν υπήρχαν δώρα Πάσχα, Χριστουγέννων και επίδομα αδείας και επιπλέον τον Αύγουστο αναγκαστικά η χορωδία δε δούλευε και επομένως δεν πληρωνόταν μισθός! Δηλαδή οι επαγγελματίες χορωδοί θα έπρεπε να κάνουν μια άλλη δουλειά τον Αύγουστο για να τα φέρουν βόλτα. Αυτό μετέτρεπε τη δουλειά στη χορωδία σε μια δουλειά που στην καλύτερη περίπτωση δε μπορούσε να είναι για πάντα. Με δεδομένη την εργασιακή ανασφάλεια και το γεγονός της κάκιστης πληρωμής ήταν σχεδόν αδύνατον να ζήσει κανείς αξιοπρεπώς με ένα καλό επίπεδο διαβίωσης γι αυτό και οι χορωδοί έκαναν και άλλη δουλειά. Άλλος δίδασκε τραγούδι σε Ωδείο τα απογεύματα, άλλος δίδασκε πιάνο, κάποιος δούλευε σε μπαρ, μέχρι και συνάδελφο ο οποίος ήταν αρχιτέκτονας με δικό του γραφείο είχαμε!
Και όμως, μέσα από αυτό το καθεστώς υπήρξαν άνθρωποι με όνειρα που κατάφεραν να τα στεγάσουν κάτω από την ομπρέλα της ΕΡΤ. Το ένα και μοναδικό όνειρο που επισκίαζε όλα τα άλλα και γινόταν πραγματικότητα ήταν η επαγγελματική ενασχόληση με τη μουσική. Υπήρξαν συνάδελφοι που άφησαν τα σπίτια τους στην επαρχία και παιδιά έφηβα ακόμα ήρθαν στην Αθήνα για να συμμετέχουν στη χορωδία και μαζί με αυτό να καταφέρουν να σπουδάσουν με διακεκριμένους μουσικούς σε ένα αθηναϊκό ωδείο. Μέσα σε αυτά τα χρόνια, σπούδασαν, μεγάλωσαν, ερωτεύτηκαν, παντρεύτηκαν, έκαναν παιδιά, και κάποιοι έφυγαν στο εξωτερικό για περαιτέρω σπουδές στο τραγούδι, ή στη μουσική γενικότερα, και κάποιοι, όχι λίγοι ή ασήμαντοι, έκαναν μεγάλες καριέρες στην όπερα. Είναι χαρακτηριστικό ότι σήμερα τα περισσότερα ονόματα που τραγουδούν στη Λυρική Σκηνή, αλλά και οι περισσότεροι Έλληνες που κάνουν καριέρα στα Λυρικά Θέατρα της Ευρώπης και αλλού, έχουν περάσει τουλάχιστον ένα μικρό διάστημα από τη χορωδία της ΕΡΤ.
Η χορωδία πέρα από το να κάνει συναυλίες σε διάφορες αίθουσες συναυλιών είχε και ένα έργο καθαρά φιλανθρωπικό αλλά και παιδευτικό. Ουκ ολίγες φορές τραγουδήσαμε, τα χρόνια που εγώ ήμουν μέλος, σε χώρους που βρίσκονται άνθρωποι που καμμία επαφή δεν είχαν με τη μουσική πριν από εμάς. Εφόσον δεν έρχονταν, ή δε μπορούσαν να έρθουν αυτοί σε εμάς, πηγαίναμε εμείς σε αυτούς. Το γραφείο μου κοσμεί μια φωτογραφία από τον προαύλειο χώρο του Ψυχιατρείου Αθηνών στο Δαφνί, όπου κάποια στιγμή δώσαμε μια συναυλία για τους τρόφιμους και αυτό που εισπράξαμε ήταν συγκινητικό: Ακόμα θυμάμαι τη σφιχτή αγκαλιά μιας γυναίκας τρόφιμου του ψυχιατρείου σαν ευχαριστήριο. Θα μου πείτε έφτανε αυτό; Θα σας απαντήσω ότι ακόμα θυμάμαι το πώς ένιωσα εκείνη τη στιγμή. Όλη η ανθρώπινη χαρά της επικοινωνίας που μας έφερε πιο κοντά, εμάς που κάναμε απλά τη δουλειά μας, με τους άλλους που δεν είχαν τη δυνατότητα να μας γνωρίσουν πριν από αυτό. Ενώ για παράδειγμα δε θυμάμαι το συναίσθημα που ένιωθα όταν αγόρασα κάτι ακριβό, που εκείνη τη στιγμή μου έδωσε μια στιγμιαία χαρά, όμως η θύμηση αυτής της χαράς εξατμίστηκε στα χρόνια που πέρασαν.
Επίσης κάναμε συναυλίες για το ραδιόφωνο που είχαν τη μορφή ανοικτής πρόβας. Σε συνεργασία με το Τρίτο Πρόγραμμα, το ξαδελφάκι των Μουσικών Συνόλων, μια φορά την εβδομάδα κάναμε μια ανοικτή πρόβα ένα κομμάτι με το μαέστρο μας να επεξηγεί εκπληκτικά τον τρόπο που έπρεπε να τραγουδήσουμε. Αυτές οι ανοικτές πρόβες υπήρξαν μεγάλο σχολείο για όλους αυτούς που θέλησαν μετά να γίνουν επαγγελματίες μουσικοί ή διευθυντές ορχήστρας. Ακόμα, πολλές φορές έρχονταν μερικά πρωινά στο στούντιο που κάναμε πρόβα, διάφορα σχολεία και παρακολουθούσαν για λίγο. Τα παιδάκια έμεναν πολλές φορές με το στόμα ανοιχτό, όσο πιο μικρά ήταν τόσο πιο μεγάλο ήταν το στόμα που άνοιγαν!
Και βέβαια ήταν οι πολλές μας συναυλίες στην επαρχία. Έξι ολόκληρα χρόνια στη χορωδία γυρίσαμε ολόκληρη την Ελλάδα. Χίος, Θεσσαλονίκη, Ορεστειάδα, Δράμα, Σέρρες, Ιωάννινα, Λαμία, Τρίπολη, Κεφαλλονιά, Ζάκυνθος, Άνδρος είναι μερικά μόνο από τα μέρη της Ελλάδας που επισκεφτήκαμε. Όσον αφορά δε το εξωτερικό, πήγαμε στη Γαλλία, στην Ιταλία, στη Γερμανία, ενώ αργότερα η χορωδία πήγε στην Κίνα, στην Αμερική και στον Καναδά. Ο αριθμός των ετήσιων συναυλιών υπερέβαινε τις 50, και κυμαινόταν περίπου στις 60 με 70 κατά μέσο όρο.
Το κλείσιμο των μουσικών συνόλων της ΕΡΤ αφήνει ένα δυσαναπλήρωτο κενό για τα μουσικά πράγματα της Ελλάδας. Η χώρα μας είχε πάντα μια προβληματική σχέση με τη μουσική και οι λίγες υποδομές που υπήρχαν σαν τα μουσικά σύνολα της ΕΡΤ, ήταν πραγματικά πολύτιμες. Το κενό που μένει θα φαίνεται μεγαλύτερο όσο περνάει ο καιρός, κάτι σαν σχολείο που κλείνει σε μια πολιτεία γεμάτη κόσμο που διψάει για να μάθει και να αισθανθεί. Είναι ένα κενό κάπου εκεί αριστερά, κάτω από το στήθος.