Τρίτη, 3 Μαΐου 2016

Η λεμονιά

Εδώ πιο κάτω από το σπίτι έχει ανοίξει ένα από αυτά τα μαγαζιά που πρώτη φορά είδα στο Λονδίνο, που τα λέγανε 24/7. Πάντα τα επισκεπτόμουν, κυρίως γιατί είμαι τσαπατσούλης με το χρόνο και έβρισκα μια ευκαιρία να κάνω τα ψώνια που δε μπορούσα να κάνω την ημέρα. Χώρια που, όσο και να το σκεφτείς, τη νύχτα έχει μεγαλύτερη ησυχία, δε σε ενοχλεί κανείς, μπορείς ας πούμε να ψάξεις τα ράφια για να βρεις πού είναι το τσάι του βουνού, ή το απιονισμένο νερό.
Βγαίνοντας από το σπίτι στις 3 τη νύχτα στην Αθήνα, έχει και τα καλά του. Βλέπεις ας πούμε έναν κόσμο που δε μπορείς να δεις την ημέρα. Πάνω από το σπίτι μου, στη γωνία της πολυκατοικίας με το ζαχαροπλαστείο, υπάρχει ένα ζευγαράκι που μιλάει. Εκείνος μοιάζει να της παραπονιέται, αυτή είναι σκεφτική. Δεν είναι αγκαλιασμένοι, απλά μιλάνε. 
Στην άλλη γωνία είναι ένα από εκείνα τα μαγαζιά που πουλάνε έπιπλα για φοιτητές. Το καταλαβαίνεις όταν από την πρώτη ματιά που ρίχνεις διακρίνεις ευθέως την τιμή. Είναι εξαιρετικά χαμηλή, κι εγώ αναρωτιέμαι, αν με τέτοια χαμηλή τιμή κάποιο λάκκο έχει η φάβα. Αν δηλαδή το γυάλινο τραπέζι με τις τέσσερις καρέκλες που κάνει 170 ευρώ, έχει καμιά τρύπα στη μέση και θα σπάσει όταν κάποιος ακουμπήσει κάτι επάνω του. 
Κάποια στιγμή περνάει μια παρέα από τρία φανταχτερά κορίτσια που μιλάνε δυνατά και γελάνε. Μα είναι δυνατόν τόσος κόσμος να κυκλοφορεί τη νύχτα, στις 2 του Μαΐου, Δευτέρα του Πάσχα; Και μάλλον έχω ξεχάσει ότι το σπίτι μου είναι στη μέση μιας φοιτητούπολης, πολύβουης και πολύκοσμης. Οι άνθρωποι που τώρα τους βλέπω, είναι οι ίδιοι που κάθε μέρα τούς ακούω την ίδια ώρα να περπατούν στο δρόμο.
Φτάνω στο μαγαζί, η πωλήτρια με κοιτάει ξαφνιασμένη. Πληρώνω και δεν παίρνω σακούλα, έτσι κι αλλιώς μένω δυο στενά πιο πάνω. 
Στην επιστροφή αποφασίζω να γυρίσω από το δρόμο που έμενε ο συμμαθητής μου ο Ηλίας. Ο δρόμος ήταν ρέμα όταν ήμασταν μικροί, και από μέσα περνούσε ένα μικρό ρυάκι. Το παλιό σπίτι δόθηκε αντιπαροχή και σήμερα βρίσκεται στη θέση του μια πολύ άσχημη πολυκατοικία με πολλά διαμερίσματα. Το όνομα του Ηλία όμως δεν υπάρχει σε κανένα κουδούνι.
Κάθομαι για λίγο και ακούω τη σιγή. Η πολυκατοικία δεν έχει κανένα φως. Το μόνο που ακούγεται είναι το ράδιο από το δεύτερο όροφο της απέναντι πολυκατοικίας όπου κάποιος έχει αφήσει το παράθυρο ανοιχτό. 
Το σπίτι του Ηλία δεν τη γλίτωσε, τη γλίτωσε όμως αυτό που ήταν απέναντι και διαγώνια. Παρέμεινε έτσι που ήταν, δηλαδή ένα διώροφο, σε πείσμα των πολυκατοικιών δίπλα του και γύρω του, με κήπο και πέργκολα. Μάλιστα την πέργκολα δεν τη θυμόμουν ποτέ παρά το γεγονός ότι περνούσα πολύ συχνά από εκεί όταν έκανα παρέα με τον Ηλία. Πρέπει να είναι απόκτημα της πρόσφατης ανακαίνισης. Ο ένοικος αυτού του παλιού σπιτιού το σεβάστηκε. Δεν έκανε καμία αλλαγή εξωτερικά, άλλαξε απλώς τα παλιά κουφώματα με καινούργια από αλουμίνιο, άσπρα όπως και τα παλιά. Κράτησε ακόμα και τη λεμονιά στην αυλή.
Μια νύχτα ανοιξιάτικη με μια λεμονιά σε έναν κήπο στη μέση της πόλης με τα λεμόνια να μοσχομυρίζουν. Κάτι λεμόνια μεγάλα σα γκρέιπ φρουτ, αλλά κρέμονται έτοιμα να πέσουν. 
Δεν ήμουνα ποτέ καλός κλέφτης, μια φορά μόνο θυμάμαι που μπήκα σε ένα χωράφι να κλέψω ντομάτες και πέρασε ο δραγάτης και με είδε κι έφυγα τρέχοντας από τη ντροπή μου και άφησα και τις ντομάτες.
Όμως αυτή τη φορά δεν υπάρχει δραγάτης. Υπάρχει η ιεροτελεστία της πράξης την ώρα και τη στιγμή που πρέπει. Ίσως τελικά η λεμονιά να ήταν εκεί για να μπορέσει κάποια νύχτα κάποιος σαν εμένα να της κλέψει τους καρπούς της σε μιαν ανάκληση της εφηβείας του. 
Στο γυρισμό το ζευγαράκι είναι ακόμα εκεί, αλλά τώρα έχουν αγκαλιαστεί. Απέναντί τους είναι το σπίτι της θεατρίνας που τώρα έχει γίνει μουσείο. Κι εγώ που στην ποδιά μου έχω πέντε πανάκριβα λεμόνια.